Συγκλονιστικές ιστορίες ανθρώπων που κατάφεραν να φύγουν από το Αφγανιστάν

 
Συγκλονιστικές ιστορίες ανθρώπων που κατάφεραν να φύγουν από το Αφγανιστάν

Ενημερώθηκε: 05/09/21 - 09:38

Μία από τις πολλές ιστορίες που συγκινούν και αποτυπώνουν, έστω κι εν μέρει, όσα βιώνουν οι Αφγανοί πολίτες, με την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, είναι και αυτή του Αχμάντ Βαλί Σαρχάτι.

Ο 28χρονος δημοσιογράφος, είναι από τους τυχερούς, οι οποίοι κατάφεραν να ξεφύγουν από τους Ταλιμπάν και πλέον εδώ και λίγες ημέρες, ζει στο Κατάρ. Και συγκεκριμένα, σ΄ ένα διαμερίσματα που τον χειμώνα του 2022, θα φιλοξενήσουν συναδέλφους του και αξιωματούχους, οι οποίοι θα βρεθούν στο κρατίδιο του Κόλπου για το Μουντιάλ.

«Στην χώρα μου, δεν έχουμε όλες αυτές τις ανέσεις», διηγείται ο Σαρχάτι, ο οποίος ζει σε ένα διώροφο κτίριο με έναν σύντροφο στην ατυχία, τον 24χρονο, Χαλίντ Αντίς.

Δύο καναπέδες, μία τηλεόραση επίπεδης οθόνης, δύο κρεβάτια, εξοπλισμένη κουζίνα και κλιματισμός, είναι οι ανέσεις που απολαμβάνουν οι δύο Αφγανοί στο διαμέρισμα του Κατάρ. Γεγονός που φαίνεται σουρεαλιστικό, εάν αναλογισθεί κανείς πως πριν από μερικές ημέρες, ο Αχμάντ ζούσε στο φωτωχικό σπίτι του στην πόλη Κανταχάρ, στο νότιο Αφγανιστάν, με την σύζυγο του και τα πέντε παιδιά τους.

Ο Αφγανός δημοσιογράφος, ο οποίος εργάστηκε επίσης για μια ανθρωπιστική οργάνωση, που χρηματοδοτήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, λέει ότι τα τελευταία 2,5 χρόνια, τον αναζητούσαν οι Ταλιμπάν. Και αφηγούμενος την φυγή του, τονίζει πως εξακολουθεί να αισθάνεται την «στον λαιμό του την ανάσα των Ταλιμπάν», οι οποίοι στην πρώτη περίοδο της εξουσίας τους, πριν από 20 χρόνια, άφησαν μόνο αναμνήσεις από εκτελέσεις και πολιτική μεσαιωνικού χαρακτήρα.

«Όταν τους άκουσα να φθάνουν στον δρόμο, πήδηξα στην άλλη πλευρά ενός τοίχου. Έβαλα ένα τουρμπάνι για να μοιάζω με Ταλιμπάν», διηγείται ο Αχμάντ και συνεχίζει: «Τηλεφώνησα στην σύζυγο μου. Εκείνη έκλαιγε. Της είπα ότι θα πάω στην Καμπούλ και της ζήτησα να μην το πει σε κανέναν».

Φθάνοντας στην Καμπούλ, ο Σαρχάτι θυμάται ότι πήγαινε στο αεροδρόμιο κάθε ημέρα νωρίς το πρωί, για να προσπαθήσει να μπει και να εξασφαλίσει τρόπο διαφυγής. Η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων (σ.σ. CPJ, μία αμερικανική ΜΚΟ) τον ενημερώνει ότι θα βοηθήσει. Στην συνέχεια, όπως περιγράφει ο Αχμάντ «δέχθηκα μια κλήση από τους Καταριανούς. Από τις 13 Αυγούστου, δεν είχα καμία επαφή με την οικογένειά μου».

Στο αριστερό του χέρι, με τα ακρωτηριασμένα δάκτυλα, από βόμβα των Ταλιμπάν πριν από περισσότερα από δέκα χρόνια, ο 28χρονος Αφγανός, κρατά το «έξυπνο τηλέφωνο του», βλέποντας φωτογραφίες της οικογένειάς του, όπως αυτή η «selfie» της μικρής της κόρης, με το λαμπερό χαμόγελο.

Το συγκρότημα στο οποίο στεγάζεται ο Αχμάντ, είναι το «Park View Villas», χωρητικότητας 1.500 ατόμων και αποτελεί το αποτέλεσμα της επιθυμίας του Κατάρ να επενδύσει στον αθλητισμό για να «λάμψει» στην διεθνή σκηνή. Αντιπροσωπείες, εκπρόσωποι Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και προσωπικότητες απ΄ όλον τον κόσμο, θα φιλοξενηθούν εκεί κατά τη διάρκεια του επόμενου Παγκοσμίου Κυπέλλου, που θα διεξαχθεί από τις 21 Νοεμβρίου έως τις 18 Δεκεμβρίου 2022.

Ομως προς το παρόν, αυτό το συγκρότημα κατοικιών, είναι ένα απροσδόκητο καταφύγιο για τους Αφγανούς πρόσφυγες. «Κανείς δεν ενδιαφέρεται για εμάς εκτός από τους Καταριανούς», επισημαίνει ο Αχμάντ, ο οποίος πριν από μερικές εβδομάδες, κλήθηκε να κάνει μεταπτυχιακό στην δημοσιογραφία στην Ινδία, όμως τα παράτησε καθώς «Θα χρειαζόμουν οικονομική υποστήριξη».

Από την Κανταχάρ, έφυγε μ΄ ένα σακίδιο, ένα smartphone, ένα βιβλίο, έναν υπολογιστή και την μοναδική πραγματική περιουσία του. Τα προσωπικά του έγγραφα και τα πτυχία του. «Σωματικά είμαι στη Ντόχα, αλλά ψυχικά είμαι στο Αφγανιστάν με την οικογένειά μου. Είμαι σαν νεκρός. Και δεν ξέρω ποιά χώρα θα με δεχθεί ως πρόσφυγα», εξηγεί συγκινημένος ο Αχμάντ.

Ανάλογη είναι και η ιστορία του Χαλίντ Αντίς, ο οποίος στις 15 Αυγούστου, έφυγε από τον ραδιοφωνικό σταθμό της γειτονιάς όπου εργαζόταν στην Καμπούλ και από τότε δεν έχει επικοινωνήσει από τα αδέλφια του.

«Ημουν στον κατάλογο των Ταλιμπάν. Μπορεί να πλήξουν την οικογένειά μου, εάν δεν μπορέσουν να με βρουν», λέει με εμφανή ανησυχία, ελπίζοντας ότι κάποια ημέρα «θα μπορέσω να υπηρετήσω την χώρα μου ως δημοσιογράφος, ακτιβιστής, δάσκαλος, εκπαιδευτής. Αλλά προς το παρόν δεν έχω καμία ελπίδα να επιστρέψω».