Ο Ντόναλντ Τραμπ εισέρχεται στο 2026 επιταχύνοντας μια στρατηγική που συνδυάζει προσωπική αντεκδίκηση, επιδίωξη παγκόσμιας ισχύος και αμείλικτη άσκηση εξουσίας στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Παρά τις προβλέψεις ότι η επιρροή του θα άρχιζε να φθίνει στη δεύτερη και τελευταία του θητεία, ο Αμερικανός πρόεδρος επιλέγει τη σύγκρουση ως βασικό εργαλείο πολιτικής επιβίωσης και εδραίωσης ισχύος.
Αντί να υιοθετήσει ρόλο πιο ήπιο, ο Τραμπ κινήθηκε επιθετικά: ανέτρεψε τον Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα και εμφανίζεται έτοιμος να διαχειριστεί άμεσα τα πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας, διεκδικεί τη Γροιλανδία σε μια κίνηση που παραπέμπει σε σύγχρονο ιμπεριαλισμό και κλιμακώνει τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική, ακόμη και μετά τη δολοφονία πολίτη από πράκτορα της ICE. Το μήνυμα είναι σαφές: δεν πρόκειται να υπάρξει καμία υποχώρηση.
Στο εσωτερικό, ο Τραμπ φαίνεται να εργαλειοποιεί θεσμούς και εξουσίες για να επιβάλει τη βούλησή του. Η αποκάλυψη του προέδρου της Fed, Τζερόμ Πάουελ, ότι βρίσκεται στο στόχαστρο ομοσπονδιακής έρευνας, ερμηνεύεται ως προειδοποίηση προς όποιον αντιστέκεται στις πιέσεις του Λευκού Οίκου. Η υπόθεση ενισχύει τους φόβους για υπονόμευση της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας και για ένα κλίμα εκφοβισμού που αγγίζει τον πυρήνα της αμερικανικής δημοκρατικής λειτουργίας.
Παράλληλα, ο Τραμπ ανοίγει επικίνδυνα μέτωπα στο εξωτερικό. Το Ιράν αποτελεί την πιο κρίσιμη πρόκληση, καθώς η καταστολή των διαδηλώσεων από το καθεστώς Χαμενεΐ φέρνει τον Λευκό Οίκο μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις: στρατιωτική παρέμβαση με απρόβλεπτες συνέπειες ή αποφυγή δράσης με κόστος το κύρος των αμερικανικών απειλών. Οι επιλογές περιλαμβάνουν τον κίνδυνο περιφερειακής ανάφλεξης, αντιποίνων κατά αμερικανικών στόχων και ενδεχόμενου χάους σε περίπτωση κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος.
Την ίδια στιγμή, η επιθετική ρητορική προς την Κούβα και η προσπάθεια πλήρους ελέγχου της Βενεζουέλας αποκαλύπτουν ένα ευρύτερο σχέδιο αναδιαμόρφωσης του Δυτικού Ημισφαιρίου σύμφωνα με τη λογική του «MAGA». Η προσέγγιση αυτή αμφισβητεί ευθέως τη μεταπολεμική διεθνή τάξη, με στενούς συνεργάτες του Τραμπ να μιλούν ανοιχτά για εξωτερική πολιτική βασισμένη στη δύναμη, τη βία και την επιβολή συμφερόντων χωρίς «απολογίες».
Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση επιδιώκει να ανατρέψει δεκαετίες κοινωνικών και πολιτισμικών κατακτήσεων, καταργώντας πολιτικές διαφορετικότητας, περιορίζοντας τη μετανάστευση και επιτιθέμενη στη δημοσιογραφία που δεν ευθυγραμμίζεται με το αφήγημά της. Αν και τα ποσοστά αποδοχής του προέδρου παραμένουν χαμηλά, η σκληρή του γραμμή συσπειρώνει τον πυρήνα των υποστηρικτών του και περιορίζει τις εσωκομματικές αντιδράσεις.
Ωστόσο, η στρατηγική αυτή ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Η κλιμάκωση της βίας στο εσωτερικό, η αυξανόμενη ανοχή στο στρατιωτικό ρίσκο και η επιστροφή σε λογικές ισχύος και αποικιοκρατικής κυριαρχίας απειλούν να αποσταθεροποιήσουν τόσο τις ΗΠΑ όσο και το διεθνές σύστημα. Αν και ο Τραμπ δείχνει να έχει διαψεύσει –προς το παρόν– τις προβλέψεις περί αποδυνάμωσης, το τίμημα της πολιτικής του μπορεί να αποδειχθεί βαρύ, αφήνοντας μια Αμερική και έναν κόσμο βαθιά αλλαγμένους όταν τελικά αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο.