Σχέδια για σημαντική μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη φαίνεται πως είχε επεξεργαστεί ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, ωστόσο η πρότασή του δεν προχώρησε, καθώς συνάντησε αντιδράσεις στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Όπως αναφέρει η εφημερίδα, ο Χέγκσεθ σχεδίαζε να ανακοινώσει, κατά τη διάρκεια συνάντησης της στρατιωτικής ηγεσίας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες τον περασμένο μήνα, πρόσθετες περικοπές στις αμερικανικές δυνάμεις που σταθμεύουν στην Ευρώπη. Οι σχεδιαζόμενες μειώσεις θα ξεπερνούσαν ακόμη και την ακύρωση της ανάπτυξης τεθωρακισμένης ταξιαρχίας στην Πολωνία και την απόσυρση ταξιαρχίας πεζικού από τη Ρουμανία.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η πρόταση απορρίφθηκε όταν παρουσιάστηκε στον υπουργό Εξωτερικών και σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, καθώς και σε άλλους ανώτερους αξιωματούχους της κυβέρνησης.
Τελικά, ο Χέγκσεθ ανακοίνωσε ότι το Πεντάγωνο θα προχωρήσει σε συνολική αναθεώρηση της διάταξης των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, διαδικασία που εκτιμάται ότι θα διαρκέσει έως και έξι μήνες.
Το περιστατικό, σύμφωνα με την Wall Street Journal, καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει ακόμη καταλήξει στο εύρος και στον χρόνο υλοποίησης μιας πιθανής αναδιάρθρωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Οι συζητήσεις πραγματοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επανειλημμένα επικρίνει τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ για τις αμυντικές τους δαπάνες, αλλά και για τη στάση που τήρησαν απέναντι στις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Την ίδια ώρα, οι τοποθετήσεις του Χέγκσεθ έχουν προκαλέσει ανησυχία τόσο στους Ευρωπαίους συμμάχους όσο και σε Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς βουλευτές, οι οποίοι εκφράζουν φόβους ότι μια εκτεταμένη αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων θα μπορούσε να αποδυναμώσει τη Συμμαχία και να ενισχύσει τη θέση της Ρωσίας.
Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου, Σον Πάρνελ, δήλωσε ότι ο Χέγκσεθ διασφάλισε πως οι δημόσιες τοποθετήσεις του ήταν πλήρως ευθυγραμμισμένες με τους στόχους του προέδρου, επισημαίνοντας ότι δεν επιθυμούσε να προκαταλάβει τις τελικές αποφάσεις του Λευκού Οίκου.
Το ζήτημα της παρουσίας των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της επικείμενης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, όπου οι σύμμαχοι επιδιώκουν να παρουσιάσουν κοινό μέτωπο απέναντι στις προκλήσεις ασφαλείας, αλλά και να διατηρήσουν την ενότητα της Συμμαχίας.
Παράλληλα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια ακόμη και για τον σχεδιασμό της επόμενης συνόδου κορυφής, καθώς υπάρχουν ανησυχίες ότι οι διαφωνίες μεταξύ Ουάσινγκτον και Ευρωπαίων συμμάχων ενδέχεται να επισκιάσουν τις εργασίες της.
Η στρατηγική του Πενταγώνου, που δημοσιοποιήθηκε τον Ιανουάριο, προβλέπει σταδιακή μετατόπιση του αμερικανικού στρατηγικού ενδιαφέροντος προς τον δυτικό Ειρηνικό και το Δυτικό Ημισφαίριο, με στόχο οι ευρωπαϊκές χώρες να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη συμβατική άμυνα της ηπείρου.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Χέγκσεθ είχε ήδη ακυρώσει τον Μάιο την προγραμματισμένη ανάπτυξη τεθωρακισμένης ταξιαρχίας στην Πολωνία, προκαλώντας αντιδράσεις τόσο στο αμερικανικό Κογκρέσο όσο και στη Βαρσοβία. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η απόφαση αιφνιδίασε ακόμη και τον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος στη συνέχεια ανακοίνωσε την πρόθεσή του να αποστείλει επιπλέον αμερικανικά στρατεύματα στην Πολωνία, χωρίς ωστόσο η ανάπτυξή τους να έχει μέχρι σήμερα υλοποιηθεί.
Παράλληλα, ο Χέγκσεθ και ο στενός συνεργάτης του, Έλμπριτζ Κόλμπι, εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, θεωρώντας ότι οι διαθέσιμοι πόροι θα πρέπει να κατευθυνθούν κυρίως προς την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, όπου η Ουάσινγκτον αντιμετωπίζει ως βασική στρατηγική πρόκληση την ενίσχυση της Κίνας.
Η προοπτική νέων περικοπών έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο, όπου Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί προωθούν διατάξεις που θα περιορίζουν τη δυνατότητα του Πενταγώνου να μειώσει τα επίπεδα των αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη χωρίς προηγούμενη στρατιωτική αξιολόγηση και σχετική πιστοποίηση από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Άμυνας.