Wall Street Journal: Ο Τραμπ είναι πλέον «υποβαθμισμένος πρόεδρος» – Σκληρή κριτική μετά τις εκλογές

 
Wall Street Journal: Ο Τραμπ είναι πλέον «υποβαθμισμένος πρόεδρος» – Σκληρή κριτική μετά τις εκλογές

Ενημερώθηκε: 04/11/26 - 10:22

Σκληρή κριτική στον Ντόναλντ Τραμπ ασκεί η Wall Street Journal μετά την επικράτηση των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, εκτιμώντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εισέρχεται σε μια περίοδο σημαντικά περιορισμένης πολιτικής ισχύος. Η εφημερίδα καταλογίζει στον Τραμπ αποτυχία στην οικονομική πολιτική, υπερβολικές παρεμβάσεις στην ελεύθερη αγορά, σύγχυση στη διαχείριση των πολέμων στην Ουκρανία και το Ιράν, αλλά και επικίνδυνη διαπλοκή της προεδρίας με τα επιχειρηματικά συμφέροντα της οικογένειάς του. Παράλληλα, προειδοποιεί για βαθύτερες εσωκομματικές συγκρούσεις τόσο στους Ρεπουμπλικανούς όσο και στους Δημοκρατικούς.

Παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ακόμη δύο χρόνια στον Λευκό Οίκο, η Wall Street Journal εκτιμά ότι το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου μεταβάλλει ουσιαστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσινγκτον.

Η εφημερίδα χαρακτηρίζει τον Τραμπ «υποβαθμισμένο πρόεδρο», υποστηρίζοντας ότι, ακόμη και αν δεν έχει μετατραπεί πλήρως σε «κουτσή πάπια» (lame duck), δηλαδή σε έναν πρόεδρο με περιορισμένη επιρροή απέναντι σε ένα εχθρικό Κογκρέσο, είναι πιθανό να λειτουργήσει ως τέτοιος.

Κατά την ανάλυση της WSJ, η εξέλιξη αυτή ικανοποιεί όχι μόνο τους Δημοκρατικούς, αλλά και τμήματα της αμερικανικής συντηρητικής παράταξης που αντιτίθενται στην οικονομική πολιτική του Τραμπ και στις πρακτικές του απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Οικονομία και δασμοί στο επίκεντρο της κριτικής

Η Wall Street Journal υπενθυμίζει ότι ο Τραμπ επανεξελέγη το 2024 υποσχόμενος μείωση των τιμών και βελτίωση των οικονομικών συνθηκών.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, περίπου δύο στους τρεις Αμερικανούς ψηφοφόρους θεωρούν ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, χωρίς να αποδίδουν πλέον την ευθύνη στον προκάτοχό του, Τζο Μπάιντεν.

Ιδιαίτερα επικριτική είναι η εφημερίδα απέναντι στην πολιτική των δασμών, υποστηρίζοντας ότι έχει προκαλέσει αβεβαιότητα στις αγορές, έχει επιβαρύνει τις σχέσεις με εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ και έχει συμβάλει περισσότερο στην επιβράδυνση παρά στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.

Η WSJ κατηγορεί επίσης τον πρόεδρο ότι αντιμετωπίζει την οικονομία με όρους κρατικού παρεμβατισμού, θεωρώντας πως κυβερνητικοί αξιωματούχοι μπορούν να λαμβάνουν αποτελεσματικότερες αποφάσεις από τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρεται στην απόκτηση κρατικών μεριδίων σε δεκάδες ιδιωτικές εταιρείες, σε κλάδους που εκτείνονται από τα κρίσιμα ορυκτά έως την τεχνολογία.

Walmart, Apple και εταιρείες ημιαγωγών

Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα της οικονομικής πολιτικής του Τραμπ, η εφημερίδα παρουσιάζει τις παρεμβάσεις του σε μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις.

Υπενθυμίζει ότι ο πρόεδρος είχε απαιτήσει από τη Walmart να απορροφήσει το κόστος των δασμών αντί να μετακυλίσει τις αυξήσεις στους καταναλωτές.

Παράλληλα, είχε επιχειρήσει να καθορίσει πού θα κατασκευάζει τα προϊόντα της η Apple.

Η WSJ επικρίνει ακόμη την πρακτική της κυβέρνησης να επιτρέπει σε εταιρείες ημιαγωγών να εξάγουν μικροτσίπ σε ξένες αγορές υπό τον όρο ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα λαμβάνει μερίδιο από τα σχετικά έσοδα.

Κατά την εφημερίδα, τέτοιες παρεμβάσεις έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς που παραδοσιακά υπερασπίζεται μεγάλο μέρος της αμερικανικής Δεξιάς.

Αιχμές για τις επιχειρήσεις της οικογένειας Τραμπ

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις σχέσεις της προεδρίας με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ.

Η Wall Street Journal επικαλείται δημοσκόπηση του Fox News, σύμφωνα με την οποία το 88% των ερωτηθέντων χαρακτήρισε την κυβερνητική διαφθορά κορυφαία ανησυχία, τοποθετώντας την πάνω από τον πληθωρισμό, την υγειονομική περίθαλψη, την εγκληματικότητα και την ασφάλεια των συνόρων.

Η εφημερίδα υπενθυμίζει ότι οι Ρεπουμπλικανοί είχαν κατηγορήσει τον Τζο Μπάιντεν για ευνοϊκή μεταχείριση συγγενικών του προσώπων, ιδιαίτερα του γιου του, Χάντερ Μπάιντεν, στον οποίο ο πρώην πρόεδρος είχε απονείμει χάρη παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις του.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη WSJ, ο Τραμπ έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο στη σύνδεση οικογενειακών επιχειρηματικών συμφερόντων με την προεδρική εξουσία.

Η εφημερίδα επικρίνει τις δραστηριότητες του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ στον τομέα των κρυπτονομισμάτων, καθώς και τον ρόλο του Τζάρεντ Κούσνερ στη διπλωματία της Μέσης Ανατολής.

Ειδικότερα, επισημαίνει ότι ο γαμπρός του Αμερικανού προέδρου συμμετέχει σε διπλωματικές πρωτοβουλίες με κυβερνήσεις χωρών του Κόλπου, οι οποίες έχουν επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στην εταιρεία ιδιωτικών κεφαλαίων του.

Ουκρανία: Κριτική για τη στάση απέναντι στη Ρωσία

Η Wall Street Journal ασκεί επίσης έντονη κριτική στην εξωτερική πολιτική του Τραμπ, αρχίζοντας από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με την εφημερίδα, αντί να ενισχύσει στρατιωτικά το Κίεβο ώστε να επικρατήσει απέναντι στη Ρωσία, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αφιερώσει τα τελευταία δύο χρόνια στην προσπάθεια να οδηγήσει την ουκρανική ηγεσία σε συμφωνία με όρους που, κατά την εκτίμησή της, εξυπηρετούν τη Μόσχα.

Η WSJ υποστηρίζει ακόμη ότι η επιδίωξη μιας ειρηνευτικής συμφωνίας έχει οδηγήσει τον Τραμπ σε χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και σε ενθάρρυνση των ευρωπαϊκών αγορών ρωσικού φυσικού αερίου.

Πρόκειται για επιλογές που η εφημερίδα θεωρεί αντίθετες προς τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Πόλεμος στο Ιράν: «Αλλάζουν συνεχώς οι στόχοι»

Ανάλογα επικριτική είναι η ανάλυση για τη στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ στο Ιράν.

Η Wall Street Journal χαρακτηρίζει τον πόλεμο πολιτικά αντιδημοφιλή και υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει μια σταθερή και συνεκτική στρατηγική για την ολοκλήρωσή του.

Όπως επισημαίνει, οι στόχοι της αμερικανικής επέμβασης μεταβάλλονται διαρκώς: από την αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη και την αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων έως την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Κατά την εφημερίδα, ο Τραμπ δυσκολεύεται να εξηγήσει τις αποφάσεις του ακόμη και σε πολίτες που αρχικά υποστήριζαν μια σκληρότερη στάση απέναντι στο Ιράν.

Ανησυχία στους συντηρητικούς για την επόμενη ημέρα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος

Η WSJ υπενθυμίζει ότι ο Τραμπ συγκέντρωσε περισσότερες από 77 εκατομμύρια ψήφους στις προεδρικές εκλογές του 2024, γεγονός που καθιστά τη βάση του κινήματος MAGA καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή του επόμενου Ρεπουμπλικανού υποψηφίου.

Ωστόσο, η εφημερίδα εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο ο διάδοχός του να υιοθετήσει τις ίδιες οικονομικές και πολιτικές αντιλήψεις.

Ειδικότερα, επικρίνει την αντίθεση του Τραμπ στο ελεύθερο εμπόριο, την προτίμησή του στη βιομηχανική πολιτική και τον κρατικό παρεμβατισμό, καθώς και τη στάση του απέναντι στη νόμιμη μετανάστευση και τις μεταρρυθμίσεις που αφορούν το δημόσιο χρέος και τις κοινωνικές παροχές.

Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αμφισβήτηση εκλογικών αποτελεσμάτων από τον Αμερικανό πρόεδρο, με τη WSJ να θεωρεί προβληματική την επιμονή του να αποδίδει στη νοθεία εκλογικές ήττες.

Εσωκομματικές συγκρούσεις και στους Δημοκρατικούς – Η υπόθεση Ελ-Σαγιέντ

Η ανάλυση δεν περιορίζεται στις δυσκολίες των Ρεπουμπλικανών, καθώς προβλέπει έντονες αντιπαραθέσεις και στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα παρουσιάζει την εκλογική αναμέτρηση στο Μίσιγκαν, όπου ο Δημοκρατικός Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ επικράτησε του Ρεπουμπλικανού Μάικ Ρότζερς για μια έδρα στη Γερουσία.

Η εφημερίδα αναφέρεται στη στάση της Δημοκρατικής βουλευτή Χέιλι Στίβενς, η οποία, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είχε ηττηθεί από τον Ελ-Σαγιέντ στις προκριματικές εκλογές και αρχικά είχε δεσμευθεί να τον υποστηρίξει.

Ωστόσο, λίγο πριν από τις γενικές εκλογές, η Στίβενς τάχθηκε υπέρ του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του.

Αφορμή αποτέλεσαν οι διαφωνίες της με τον Ελ-Σαγιέντ σχετικά με το Ισραήλ και το Ιράν, καθώς και η άρνησή του να αποκηρύξει πολιτική διαφήμιση που συνέδεε την αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ με τις υψηλές τιμές των τροφίμων.

Η στάση της προκάλεσε την αντίδραση στελεχών της ηγεσίας των Δημοκρατικών, μεταξύ των οποίων και του Τσακ Σούμερ, που την επέκριναν για τη δημόσια ρήξη της με τον υποψήφιο του κόμματος την παραμονή των εκλογών.

Η αντιπαράθεση για το Ισραήλ και το μέλλον των Δημοκρατικών

Στο καταληκτικό μέρος της ανάλυσής της, η Wall Street Journal εκφράζει ανησυχία για την ενίσχυση προοδευτικών υποψηφίων όπως ο Ελ-Σαγιέντ, συνδέοντας τις πολιτικές τους θέσεις για το Ισραήλ με την αντιπαράθεση γύρω από τον αντισημιτισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η επιτυχία τέτοιων υποψηφίων δείχνει πως οι συγκεκριμένες πολιτικές συγκρούσεις δεν περιορίζονται σε φιλελεύθερες εκλογικές περιφέρειες, όπως η Νέα Υόρκη του Ζόχραν Μαμντάνι, αλλά επεκτείνονται και σε αμφίρροπες πολιτείες της Μεσοδυτικής Αμερικής.

Πρόκειται για αξιολόγηση της WSJ, η οποία αντιμετωπίζει επικριτικά την πολιτική στάση του Ελ-Σαγιέντ απέναντι στο Ισραήλ και εκτιμά ότι η ανάδειξη περισσότερων υποψηφίων με αντίστοιχες θέσεις θα μπορούσε να εντείνει τις εσωτερικές αντιθέσεις των Δημοκρατικών.

Το βασικό συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι ότι οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 δεν περιορίζουν μόνο την πολιτική ισχύ του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ανοίγουν και μια νέα περίοδο ανακατατάξεων στο εσωτερικό των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ