Όταν τα «καμπανάκια» δεν αρκούν: Η παιδική προστασία αντιμέτωπη με τις αδυναμίες της

 
παιδικη προστασια

Ενημερώθηκε: 02/09/26 - 11:23

Καταγγελίες πολιτών, αναφορές κοινωνικών υπηρεσιών, εισαγγελικές παρεμβάσεις, νοσηλείες στο Νοσοκομείο Παίδων και χρόνια απουσία από το σχολείο. Η οικογένεια στην Κυψέλη είχε βρεθεί επανειλημμένα στο ραντάρ κρατικών και κοινωνικών φορέων. Παρά τα προειδοποιητικά σημάδια, όμως, δεν υπήρξε έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση.

Η υπόθεση φέρνει ξανά στο προσκήνιο τις σοβαρές αδυναμίες του συστήματος παιδικής προστασίας στην Ελλάδα. Παρά τις αλλεπάλληλες υποθέσεις κακοποίησης και παραμέλησης που έχουν συγκλονίσει τη χώρα τα τελευταία χρόνια, τα προβλήματα στον συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών παραμένουν.

Εισαγγελία Ανηλίκων, κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων, Αστυνομία, νοσοκομεία και δομές παιδικής προστασίας εξακολουθούν να λειτουργούν χωρίς ένα πλήρως ενιαίο και αποτελεσματικό πλαίσιο συνεργασίας.

Η Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025-2030, αλλά και το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής βίας κατά των ανηλίκων, δεν έχουν μέχρι σήμερα μεταφραστεί σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα άμεσης προστασίας.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ενιαίου πρωτοκόλλου παιδικής προστασίας, το οποίο θα έπρεπε να διασφαλίζει τη συνεργασία όλων των υπηρεσιών σε περιπτώσεις παιδιών που βρίσκονται σε κίνδυνο.

Ωστόσο, η εφαρμογή του παραμένει σε εκκρεμότητα, καθώς δεν έχουν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενες συνεννοήσεις μεταξύ των συναρμόδιων υπουργείων.

Οι καταγγελίες που δεν οδήγησαν σε προστασία

Το «Χαμόγελο του Παιδιού» είχε δεχθεί ήδη από τον Απρίλιο του 2020 ανώνυμη καταγγελία για τα τρία παιδιά της οικογένειας. Η αναφορά έκανε λόγο για παραμέληση της υγιεινής και της εποπτείας τους, οικονομική εκμετάλλευση της κόρης και χρήση ουσιών από τους γονείς. Η καταγγελία διαβιβάστηκε στην αρμόδια Εισαγγελία, χωρίς όμως η οργάνωση να ενημερωθεί ποτέ για την εξέλιξή της.

Τον Δεκέμβριο του 2024 ακολούθησε νέα ανώνυμη καταγγελία για τα ίδια παιδιά, με αναφορές σε σωματική βία από τον πατέρα, κακοποίηση της κόρης και χρήση ουσιών. Αυτή τη φορά, η αναφορά δεν διαβιβάστηκε στις Αρχές, καθώς δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την ταυτοποίηση της οικογένειας.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 2025, τα δύο μικρότερα παιδιά απομακρύνθηκαν με εισαγγελική εντολή και μεταφέρθηκαν στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία».

Σύμφωνα με πληροφορίες, η κοινωνική υπηρεσία του νοσοκομείου διέθετε στοιχεία για την κατάσταση των παιδιών. Ήταν γνωστό ότι δεν παρακολουθούσαν κανονικά το σχολείο, ότι άλλαζαν συχνά κατοικία και περιβάλλον και ότι αντιμετώπιζαν μαθησιακές δυσκολίες.

Παρά τα δεδομένα αυτά, τα παιδιά απομακρύνθηκαν από το νοσοκομείο από τον φερόμενο πατέρα τους και επέστρεψαν στο οικογενειακό περιβάλλον.

Το περιστατικό αναδεικνύει ένα ακόμη σοβαρό κενό: τα παιδιά που μεταφέρονται σε νοσοκομεία με εισαγγελική εντολή καταγράφονται στις Εισαγγελίες, αλλά δεν εντάσσονται αυτομάτως σε διαδικασία αναδοχής ή σε κάποια δομή φιλοξενίας. Μέχρι να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις, μπορεί να παραμένουν ουσιαστικά μετέωρα.

Τα νοσοκομεία ως «καταφύγιο» λόγω έλλειψης δομών

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την υπόθεση της Κυψέλης. Η έλλειψη κατάλληλων δομών και η περιορισμένη δυνατότητα άμεσης αναδοχής οδηγούν πολλά παιδιά να παραμένουν στα νοσοκομεία για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Τα τελευταία επίσημα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, καταγράφουν 93 ανήλικους σε 21 νοσοκομειακές μονάδες.

Μόνο στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» φιλοξενούνταν τον προηγούμενο μήνα περίπου 40 παιδιά. Τα περισσότερα παραμένουν εκεί για περίπου έναν μήνα, υπάρχουν όμως και ακραίες περιπτώσεις παιδιών που χρειάζεται να παραμείνουν για χρόνια.

Έτσι, τα νοσοκομεία καλούνται στην πράξη να καλύψουν ένα κενό που δεν τους αναλογεί: να λειτουργούν ως χώροι προσωρινής φιλοξενίας και προστασίας ανηλίκων όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη δομή ή ανάδοχη οικογένεια.

Όπως επισημαίνουν ειδικοί, θα μπορούσε να προβλέπεται προστατευτική φύλαξη από την Αστυνομία όταν υπάρχει σχετική εισαγγελική εντολή. Το νοσηλευτικό προσωπικό, ωστόσο, δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη φύλαξης δεκάδων παιδιών.

Μόλις 13 ενεργοί επαγγελματίες ανάδοχοι

Ακόμη ένα κρίσιμο εργαλείο, η επαγγελματική αναδοχή βραχείας διάρκειας, παραμένει ουσιαστικά ανενεργό.

Σε ολόκληρη την Ελλάδα υπάρχουν σήμερα μόλις 13 ενεργοί επαγγελματίες ανάδοχοι, ενώ τέσσερις ακόμη αναμένουν να ολοκληρώσουν τη διαδικασία και να υπογράψουν τις σχετικές συμβάσεις.

Η συγκεκριμένη μορφή αναδοχής θα μπορούσε να λειτουργήσει ως άμεση λύση για παιδιά που απομακρύνονται από επικίνδυνα περιβάλλοντα, έως ότου βρεθεί μια μόνιμη λύση. Παρ’ όλα αυτά, αν και έχει προβλεφθεί θεσμικά, δεν εφαρμόστηκε στην πράξη.

Παράλληλα, ειδικοί επισημαίνουν την ανάγκη να υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία στην επείγουσα αναδοχή, ώστε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να μπορούν να αναλάβουν προσωρινά τη φροντίδα ενός παιδιού πρόσωπα εμπιστοσύνης από το οικείο περιβάλλον του, εφόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις.

Τα ίδια προβλήματα επαναλαμβάνονται

Η υπόθεση της Κυψέλης έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά περιστατικών που ανέδειξαν παρόμοιες αδυναμίες: από την υπόθεση του αστυνομικού της Βουλής και την κακοποίηση της 12χρονης στον Κολωνό έως τα παιδιά που είχαν εντοπιστεί σε συνθήκες ακραίας παραμέλησης στον Άγιο Παντελεήμονα.

Κοινό στοιχείο σε αρκετές από αυτές τις υποθέσεις ήταν η ύπαρξη προειδοποιητικών ενδείξεων και προηγούμενων επαφών των οικογενειών με κρατικούς φορείς. Ωστόσο, τα «καμπανάκια» δεν μετατράπηκαν έγκαιρα σε ουσιαστική προστασία.

Η τραγωδία στην Κυψέλη επαναφέρει έτσι ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσες ακόμη ενδείξεις κινδύνου πρέπει να εμφανιστούν μέχρι οι υπηρεσίες παιδικής προστασίας να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο και αποτελεσματικό δίκτυο;

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ