Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο αμερικανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τοποθετήθηκε για όλα τα κρίσιμα μέτωπα που διαμορφώνουν τις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσιγκτον, από τα εξοπλιστικά και την ενέργεια έως τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Γάζα.
Ο Τούρκος πρόεδρος επανέφερε το αίτημα της Τουρκίας για επανένταξη στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ζήτημα ζωτικής σημασίας όχι μόνο για την τουρκική άμυνα αλλά και για τη συλλογική ασφάλεια του ΝΑΤΟ. Όπως σημείωσε, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ δημιουργεί, κατά την εκτίμησή του, προϋποθέσεις για μια πιο «ορθολογική και θετική» επανεκκίνηση των διμερών σχέσεων.
Αναφερόμενος στα F-16 και στις ευρωπαϊκές επιλογές της Άγκυρας, τόνισε ότι κάθε συμφωνία θα πρέπει να κινείται στο πνεύμα της συμμαχίας, κάνοντας ειδική μνεία και στο ενδεχόμενο προμήθειας μαχητικών Eurofighter.
Για την υπόθεση της Halkbank, ο Ερντογάν υπογράμμισε ότι προτεραιότητα για την τουρκική πλευρά είναι η προστασία της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας και η αποφυγή μιας άδικης τιμωρίας της τράπεζας, εκφράζοντας την ελπίδα για μια νομικά δίκαιη λύση που θα αντανακλά τη στρατηγική σχέση Άγκυρας – Ουάσιγκτον.
Στο ενεργειακό πεδίο, επισήμανε ότι η Τουρκία έχει ενισχύσει σημαντικά τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να διαδραματίζουν πλέον κομβικό ρόλο στον εφοδιασμό της χώρας. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η Άγκυρα κινείται με γνώμονα τα εθνικά της συμφέροντα και την ενεργειακή της ασφάλεια, τηρώντας προσεκτική ισορροπία.
Για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο Τούρκος πρόεδρος επανέλαβε τον ρόλο της Τουρκίας ως διαμεσολαβητή, υποστηρίζοντας ότι είναι η μόνη χώρα που μπορεί να διατηρεί απευθείας δίαυλο επικοινωνίας τόσο με τον Βλαντίμιρ Πούτιν όσο και με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ενώ ταυτόχρονα δρα συντονισμένα σε ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΗΠΑ και ΟΗΕ.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη Γάζα, ο Ερντογάν χαρακτήρισε την Τουρκία «χώρα-κλειδί» για οποιαδήποτε μελλοντική πολιτική ή ανθρωπιστική πρωτοβουλία, υποστηρίζοντας ότι χωρίς τη συμμετοχή της είναι δύσκολο να υπάρξει εμπιστοσύνη από την παλαιστινιακή πλευρά, λόγω των ιστορικών δεσμών, των διαύλων ασφαλείας και του ρόλου της Άγκυρας ως μέλους του ΝΑΤΟ.