Από τη Βενεζουέλα έως την Ουκρανία, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επαναχαράσσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική, σηματοδοτώντας μια σαφή στροφή προς έναν ωμό, παρεμβατικό ηγεμονισμό. Στον πυρήνα αυτής της στρατηγικής επανέρχονται η στρατιωτική ισχύς, ο έλεγχος ενεργειακών και κρίσιμων ορυκτών πόρων και η λογική των σφαιρών επιρροής, ως βασικά εργαλεία διαμόρφωσης της παγκόσμιας τάξης.
Το αποκαλούμενο «Δόγμα Τραμπ» δεν αποτελεί επίσημο δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται για ένα πλέγμα αρχών, πρακτικών και ρητορικής που διαμορφώθηκε κατά τις δύο θητείες του Τραμπ και αποτυπώνει μια καθαρή μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής: από τον φιλελεύθερο διεθνισμό σε έναν μονομερή ρυθμιστικό ρόλο, βασισμένο στη δύναμη και στη συναλλαγή.
Από το America First στην επιθετική επαναχάραξη
Κατά την πρώτη θητεία του, ο Τραμπ επανέφερε το σύνθημα «America First», προτάσσοντας την εθνική κυριαρχία, την οικονομική αυτάρκεια και τον περιορισμό της αμερικανικής εμπλοκής σε «ατελείωτους πολέμους». Η προσέγγιση αυτή παρουσιάστηκε ως ρήξη με τον διεθνισμό και τις μακροχρόνιες στρατιωτικές δεσμεύσεις των ΗΠΑ.
Στη δεύτερη θητεία, ωστόσο, το ίδιο σύνθημα μεταλλάχθηκε. Αντί για αποχώρηση από τον κόσμο, σηματοδότησε μια πιο επιθετική και παρεμβατική στρατηγική, ιδίως στο δυτικό ημισφαίριο. Η κυβέρνηση Τραμπ άρχισε να επαναπροσδιορίζει ανοιχτά την αμερικανική επιρροή, επικαλούμενη ιστορικά το Δόγμα Μονρόε, που είχε διατυπώσει ο πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε για την αποτροπή ευρωπαϊκών παρεμβάσεων στην αμερικανική ήπειρο.
Ο ίδιος ο Τραμπ μίλησε για μια «επικαιροποιημένη» εκδοχή του, εισάγοντας τον όρο «Trump Corollary», υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν το δικαίωμα άμεσης παρέμβασης όταν θεωρούν ότι απειλούνται τα συμφέροντα και η ασφάλειά τους στο ημισφαίριο.
Τα βασικά στοιχεία του «Δόγματος Τραμπ»
Στην πράξη, το Δόγμα Τραμπ συνδυάζει τρία βασικά εργαλεία ισχύος:
- Στρατιωτική ισχύ και ετοιμότητα χρήσης βίας
- Οικονομική πίεση και κυρώσεις
- Έλεγχο στρατηγικών πόρων, όπως το πετρέλαιο και τα κρίσιμα ορυκτά
Παράλληλα, οι συμμαχίες ιεραρχούνται συναλλακτικά: η αμερικανική στήριξη παρέχεται υπό όρους, με αντάλλαγμα πολιτικά, οικονομικά ή στρατηγικά οφέλη.
Σε αντίθεση με τον κλασικό απομονωτισμό, οι ΗΠΑ δεν αποσύρονται από τη διεθνή σκηνή. Αντιθέτως, επανατοποθετούνται ως μονομερής ρυθμιστής, που δρα από θέση ισχύος, περιορίζοντας τη συνεργασία με πολλούς εταίρους και προκρίνοντας τη διαπραγμάτευση υπό πίεση.
Ουκρανία: Στρατιωτική βοήθεια ως επενδυτικό κεφάλαιο
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της συναλλακτικής αυτής λογικής είναι η συμφωνία ΗΠΑ–Ουκρανίας της 30ής Απριλίου 2025, για τη δημιουργία κοινού επενδυτικού ταμείου ανοικοδόμησης. Το ταμείο προβλέπεται να χρηματοδοτείται, εν μέρει, από μελλοντικά έσοδα εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, αποτυπώνοντας τον οικονομικό χαρακτήρα της στρατιωτικής στήριξης.
Η συμφωνία ορίζει ότι κάθε μελλοντική αμερικανική στρατιωτική βοήθεια –πυρομαχικά, οπλικά συστήματα, εκπαίδευση– θα λογίζεται ως κεφαλαιακή συνεισφορά στο κοινό ταμείο. Την ίδια ημέρα, ο Λευκός Οίκος ενέκρινε πωλήσεις όπλων ύψους 50 εκατ. δολαρίων προς το Κίεβο και επανεκκίνησε τη στρατιωτική στήριξη.
Βενεζουέλα: Η πιο καθαρή ενσάρκωση της στρατηγικής
Η αμερικανική επιχείρηση για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και τη μεταφορά του στις ΗΠΑ σηματοδοτεί μια δραματική μετατόπιση στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Αποτελεί την πιο καθαρή εφαρμογή της πρόσφατης Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας (NSS) των ΗΠΑ, που θέτει ως προτεραιότητα την άμυνα της αμερικανικής επικράτειας και του δυτικού ημισφαιρίου.
Η NSS του 2017 είχε ήδη μετατοπίσει την αμερικανική στρατηγική στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων, κυρίως με την Κίνα, μειώνοντας το βάρος της Μέσης Ανατολής. Η NSS του 2025, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο, πήγε ένα βήμα παραπέρα: προσδιόρισε την προστασία του δυτικού ημισφαιρίου ως κεντρικό άξονα της αμερικανικής πολιτικής και εισήγαγε ρητά το «Παράρτημα Τραμπ» στο Δόγμα Μονρόε, χαρακτηρίζοντας την «κακόβουλη δραστηριότητα εξωημισφαιρικών δυνάμεων» σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Από τη Γροιλανδία στη Διώρυγα του Παναμά
Ήδη πριν επιστρέψει στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ μιλούσε ανοιχτά για την επέκταση της αμερικανικής επιρροής, αναφερόμενος στη Γροιλανδία και στη Διώρυγα του Παναμά, χωρίς να αποκλείει ακόμη και τη χρήση βίας. Τον Ιούνιο, διέταξε αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, ενώ ενέτεινε την πίεση προς τη Βενεζουέλα με στρατιωτική παρουσία, ενεργειακούς περιορισμούς και επιχειρήσεις κατά πλοίων.
Κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι η ανησυχία της Ουάσινγκτον για την αυξανόμενη επιρροή της Ρωσία και του Ιράν σε περιοχές που οι ΗΠΑ θεωρούν κρίσιμες για την ασφάλειά τους.
«Donroe»: Όταν το Δόγμα Μονρόε γίνεται παγκόσμιο προηγούμενο
Μετά τη σύλληψη Μαδούρο, ο Τραμπ μίλησε για αναβίωση του Δόγματος Μονρόε, υποστηρίζοντας ότι η Βενεζουέλα φιλοξενούσε «ξένους αντιπάλους» και «απειλητικά όπλα». «Το αποκαλούν πλέον Δόγμα Donroe», δήλωσε, υπονοώντας ότι το ιστορικό δόγμα έχει ξεπεραστεί προς μια ακόμη πιο επιθετική εκδοχή.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενίσχυσε το μήνυμα, δηλώνοντας: «Αυτό είναι ΤΟ δικό ΜΑΣ ημισφαίριο».
Ρίσκο και αντίστροφα προηγούμενα
Το ερώτημα που παραμένει είναι εάν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει. Η επίθεση στη Βενεζουέλα έχει προκαλέσει νέο κύμα παγκόσμιας αβεβαιότητας, με συμμάχους και αντιπάλους να προσαρμόζονται σε μια υπερδύναμη που δηλώνει έτοιμη να χρησιμοποιήσει βία στο πλαίσιο μιας συναλλακτικής εξωτερικής πολιτικής, όπου υπερισχύει «το δίκαιο του ισχυρού».
Για τη Ρωσία και την Κίνα, αυτή η αβεβαιότητα συνοδεύεται και από ευκαιρίες. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, αν οι ΗΠΑ θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα να είναι επιθετικές στη «δική τους αυλή», γιατί να μην αξιώσουν το ίδιο και οι αντίπαλοί τους;
Η Φιόνα Χιλ, πρώην ανώτερη διευθύντρια για ευρωπαϊκές και ρωσικές υποθέσεις στον Λευκό Οίκο, υπενθυμίζει ότι ήδη από το 2019 η Μόσχα είχε αφήσει να εννοηθεί πως θα αποστασιοποιούνταν από τον Μαδούρο, αν οι ΗΠΑ αποχωρούσαν από την Ουκρανία. «Θέλετε να φύγουμε από τη δική σας αυλή; Και εμείς έχουμε τη δική μας», ήταν, σύμφωνα με την ίδια, το ανεπίσημο μήνυμα.
Σήμερα, σημειώνουν αναλυτές, μια τέτοια γεωπολιτική «ανταλλαγή» μοιάζει λιγότερο αδιανόητη, καθώς η ρητορική του Τραμπ δείχνει ότι όλα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής.