Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, κάλεσε εκ νέου το Ιράν να προσέλθει άμεσα σε διαπραγματεύσεις, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι ισχυρές αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις κατευθύνονται προς την περιοχή του Περσικού Κόλπου. Η δημόσια αναφορά του σε «τεράστια αρμάδα» συνδέεται με την ανάπτυξη της ομάδας κρούσης του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln, η οποία τις τελευταίες εβδομάδες ενισχύει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία κοντά στα ιρανικά ύδατα.
Η αυστηρότερη ρητορική του Λευκού Οίκου σηματοδοτεί μια σαφή μετατόπιση προς την πολιτική της άμεσης αποτροπής, με τον Τραμπ να υποστηρίζει ότι ενδεχόμενη νέα στρατιωτική αναμέτρηση θα είναι σοβαρότερη και πιο εκτεταμένη από τον σύντομο πόλεμο Ισραήλ–Ιράν το καλοκαίρι του 2025. Τότε, οι ΗΠΑ παρενέβησαν στο τελικό στάδιο των επιχειρήσεων, εξαπολύοντας αεροπορικά πλήγματα σε ιρανικούς στόχους προτού επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός. Αν και τα χτυπήματα αποδυνάμωσαν κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στο πυρηνικό πρόγραμμα, η Τεχεράνη διατηρεί ακόμη σημαντικές δυνατότητες, ιδίως σε drones και βαλλιστικούς πυραύλους.
Στρατιωτικά σενάρια και διλήμματα της Ουάσινγκτον
Σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, η κυβέρνηση εξετάζει ένα ευρύ φάσμα στρατιωτικών επιλογών: από ναυτικό αποκλεισμό και κυβερνοεπιχειρήσεις, έως στοχευμένες επιθέσεις κατά της ανώτατης πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του Ιράν. Στο πιο ακραίο σενάριο, συζητείται ακόμη και η υποστήριξη εσωτερικών εξεγέρσεων με στόχο τη δημιουργία συνθηκών αλλαγής καθεστώτος.
Ωστόσο, η εμπειρία προηγούμενων παρεμβάσεων στη Μέση Ανατολή λειτουργεί αποτρεπτικά. Στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης εκφράζουν αμφιβολίες για το κατά πόσο μια στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να οδηγήσει σε σταθερή πολιτική μετάβαση στο Ιράν, χωρίς να προκαλέσει παρατεταμένο χάος. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχει παραδεχθεί ότι δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το τι θα ακολουθούσε σε περίπτωση κατάρρευσης της σημερινής ηγεσίας, γεγονός που καθιστά το ενδεχόμενο «αλλαγής καθεστώτος» εξαιρετικά ριψοκίνδυνο.
Παράλληλα, ο Τραμπ εμφανίζεται απρόθυμος να εμπλακεί σε χερσαίες επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Προτιμά, σύμφωνα με συνεργάτες του, επιχειρήσεις με άμεσο και μετρήσιμο αποτέλεσμα, περιορισμένο κόστος σε ανθρώπινες απώλειες και σαφές πολιτικό μήνυμα.
Η ιρανική στρατηγική και ο ρόλος των συμμάχων
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη επιχειρεί να ενισχύσει την αποτρεπτική της εικόνα, προβάλλοντας την ικανότητά της να πλήξει αμερικανικούς στόχους στη θάλασσα, να επιτεθεί σε βάσεις των ΗΠΑ στην περιοχή και να ενεργοποιήσει συμμαχικές ένοπλες οργανώσεις σε Ιράκ, Συρία, Λίβανο και Υεμένη. Η απειλή ενός πολυμέτωπου περιφερειακού πολέμου αποτελεί βασικό στοιχείο της ιρανικής στρατηγικής αποτροπής.
Ταυτόχρονα, το Ιράν φαίνεται να επιδιώκει διπλωματικά ανοίγματα προς χώρες όπως η Τουρκία, ελπίζοντας σε μεσολάβηση που θα αποτρέψει μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Ωστόσο, οι παραδοσιακοί του εταίροι, Ρωσία και Κίνα, τηρούν πιο επιφυλακτική στάση, παρακολουθώντας τις εξελίξεις χωρίς να αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο υπέρ της Τεχεράνης.
Περιφερειακές ισορροπίες και στάση των αραβικών κρατών
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στάση των κρατών του Κόλπου. Παρότι ανησυχούν για τη στρατιωτική ισχύ του Ιράν, δεν επιθυμούν να χρησιμοποιηθούν τα εδάφη ή οι βάσεις τους ως ορμητήρια για αμερικανικές επιθέσεις, φοβούμενα ιρανικά αντίποινα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάπτυξη αεροπλανοφόρων προσφέρει στην Ουάσινγκτον τη δυνατότητα να επιχειρεί χωρίς να εκθέτει άμεσα τους περιφερειακούς συμμάχους της.
Παράλληλα, χώρες όπως το Κατάρ και το Ομάν επιχειρούν να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, προωθώντας τη διπλωματία ως εναλλακτική στη στρατιωτική σύγκρουση, αν και μέχρι στιγμής χωρίς απτά αποτελέσματα.
Από τη «μέγιστη πίεση» στη σημερινή κρίση
Η τρέχουσα ένταση αποτελεί συνέχεια της πολιτικής «μέγιστης πίεσης» που εγκαινίασε ο Τραμπ στην πρώτη του θητεία, αποσύροντας τις ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα και επιβάλλοντας εκτεταμένες οικονομικές κυρώσεις. Η απάντηση του Ιράν περιλάμβανε επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, ενεργοποίηση συμμάχων στο Ιράκ και, τελικά, την αμερικανική εξόντωση του στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί το 2020. Παρ’ όλα αυτά, η Ουάσινγκτον απέφυγε τότε γενικευμένο πόλεμο.
Στη δεύτερη θητεία του, ο Τραμπ έχει συγκροτήσει επιτελείο λιγότερο πρόθυμο να στηρίξει μακροχρόνιες στρατιωτικές επιχειρήσεις, γεγονός που δημιουργεί εσωτερικές ισορροπίες μεταξύ σκληρής ρητορικής και πρακτικής αυτοσυγκράτησης.
Οι αμερικανικές απαιτήσεις και το αδιέξοδο των συνομιλιών
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, οι ΗΠΑ ζητούν από το Ιράν τρία βασικά πράγματα: οριστικό τερματισμό του εμπλουτισμού ουρανίου, αυστηρούς περιορισμούς στο πυραυλικό πρόγραμμα και πλήρη διακοπή της στήριξης σε ένοπλες οργανώσεις που δρουν στην περιοχή. Για την Τεχεράνη, οι όροι αυτοί ισοδυναμούν με στρατηγική αποδυνάμωση του καθεστώτος, γεγονός που δυσκολεύει κάθε προοπτική συμφωνίας.
Οι πρόσφατες προσπάθειες διαμεσολάβησης από τρίτες χώρες δεν έχουν αποδώσει, με αποτέλεσμα η κρίση να εισέρχεται σε πιο επικίνδυνη φάση, όπου η στρατιωτική επιλογή παραμένει ανοιχτή.
Προειδοποιήσεις από τη Μόσχα και φόβοι γενικευμένης αποσταθεροποίησης
Η Ρωσία έχει προειδοποιήσει ότι οποιαδήποτε χρήση βίας κατά του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις και να οδηγήσει σε εκτεταμένη αποσταθεροποίηση σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Το Κρεμλίνο υποστηρίζει ότι τα περιθώρια διπλωματικής λύσης δεν έχουν εξαντληθεί και καλεί σε αυτοσυγκράτηση, αν και αποφεύγει να εμπλακεί άμεσα στη διαχείριση της κρίσης.
Ένα ασταθές σημείο καμπής
Συνολικά, η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, η Ουάσινγκτον επιδιώκει να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε συμφωνία μέσω στρατιωτικής πίεσης και απειλών. Από την άλλη, το Ιράν επιχειρεί να αποδείξει ότι μπορεί να προκαλέσει υψηλό κόστος σε περίπτωση σύγκρουσης. Το αν θα επικρατήσει η διπλωματία ή η κλιμάκωση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο καμία από τις δύο πλευρές δεν θα θεωρήσει ότι έχει περισσότερα να κερδίσει από μια ελεγχόμενη —ή και ανεξέλεγκτη— σύγκρουση.