Ως «χαμένη μάχη» χαρακτήρισε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ, δηλώνοντας ότι η κυβέρνηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε ριζική τομή με τη μεταφορά των πληρωμών στην ΑΑΔΕ.
«Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν μία χαμένη μάχη που δώσαμε, με ένα βαθύ και προβληματικό σύστημα, και αναγκαστήκαμε να κόψουμε τον γόρδιο δεσμό», ανέφερε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η ανάληψη των πληρωμών από την ΑΑΔΕ παρέχει πλέον αυξημένα εχέγγυα διαφάνειας και δικαιοσύνης.
«Φοβηθήκαμε τις τολμηρές αλλαγές, αλλά ήταν αναπόφευκτες»
Ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε ότι η κυβέρνηση προσπάθησε επανειλημμένα να παρέμβει στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ωστόσο η απειλή στάσης πληρωμών και οι εξαρτήσεις από ιδιωτικές εταιρείες λειτουργούσαν αποτρεπτικά.
Όπως σημείωσε, «φοβηθήκαμε τις πολύ τολμηρές αλλαγές και τις κάναμε όταν είδαμε ότι δεν μπορούσαμε πια να κάνουμε τίποτα διαφορετικό», υπενθυμίζοντας την περίοδο έντονης κρίσης με κινητοποιήσεις αγροτών και καθυστερήσεις στις πληρωμές. Παραδέχθηκε ότι, εκ των υστέρων, η αλλαγή θα έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα, τονίζοντας ωστόσο ότι «δεν μπορεί να κατηγορηθεί η κυβέρνηση ότι δεν την έκανε».
Παράλληλα, άσκησε κριτική στην αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι δεν στήριξε ουσιαστικά τη μετάβαση στην ΑΑΔΕ, παρότι πρόκειται – όπως είπε – για βαθιά διαρθρωτική αλλαγή απαραίτητη για έναν ανταγωνιστικό πρωτογενή τομέα.
Σύνδεση με τη συνταγματική αναθεώρηση
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε την εμπειρία του ΟΠΕΚΕΠΕ με τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, κάνοντας λόγο για μια ευκαιρία ουσιαστικής τοποθέτησης των κομμάτων σε κρίσιμα ζητήματα.
Μεταξύ αυτών ανέφερε:
- τη σύνδεση της μονιμότητας στο Δημόσιο με την αξιολόγηση,
- τη συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής σταθερότητας, ώστε να μην επαναληφθούν ελλείμματα που οδήγησαν στη χρεοκοπία,
- την αλλαγή του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, ώστε η άσκηση της δίωξης να επιστρέψει στη Δικαιοσύνη και όχι στη Βουλή.
Τοποθέτηση για τη συνεπιμέλεια
Αναφερόμενος στη νομοθετική διάταξη για τη συνεπιμέλεια, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι ψηφίστηκε με ευρύτερη πλειοψηφία από την κυβερνητική και ακολουθώντας την κανονική κοινοβουλευτική διαδικασία.
«Θεωρώ ότι είναι μια σωστή διάταξη», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι διαχωρίζει τη χρήση της από την ίδια τη διάταξη και αποφεύγει να σχολιάσει επιμέρους εφαρμογές της, καθώς – όπως είπε – πρόκειται για ευαίσθητα ζητήματα με παιδιά στη μέση. Τόνισε, τέλος, ότι όσοι κατέχουν δημόσιο αξίωμα οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο την ουσία αλλά και τις εντυπώσεις που δημιουργούνται.