«Οι Ιρανοί δεν κέρδισαν ποτέ πόλεμο, αλλά δεν έχασαν ποτέ διαπραγμάτευση». Η φράση αυτή, που είχε διατυπώσει ο Ντόναλντ Τραμπ το 2019 μέσω ανάρτησής του, επανέρχεται στο προσκήνιο καθώς Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν ετοιμάζονται να καθίσουν εκ νέου στο τραπέζι των συνομιλιών στο Ομάν, μέσα σε κλίμα οξυμένης έντασης.
Η ανάρτηση είχε γίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσινγκτον είχε ήδη αποχωρήσει από τη συμφωνία για τα πυρηνικά της εποχής Ομπάμα και είχε επαναφέρει εκτεταμένες κυρώσεις. Την ίδια περίοδο σημειώθηκαν επιθέσεις σε πετρελαιοφόρα στον Κόλπο, κατάρριψη αμερικανικού drone και στρατιωτική κινητοποίηση των ΗΠΑ, με τον Τραμπ να εγκρίνει αλλά τελικά να ανακαλεί αντίποινα την τελευταία στιγμή.
Σήμερα, με τις δύο πλευρές να επιστρέφουν στη διπλωματία, εγείρονται ερωτήματα για τη στρατηγική συνοχή της Ουάσινγκτον. Αν, όπως είχε υποστηρίξει ο ίδιος ο Τραμπ, η Τεχεράνη δεν ηττάται σε διαπραγματεύσεις αλλά αποφεύγει και τις πολεμικές νίκες, τότε γιατί επιλέγεται εκ νέου η οδός του διαλόγου αντί της πίεσης;
Πολλοί αναλυτές διερωτώνται ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα των συνομιλιών. Το ενδιαφέρον φαίνεται να επιστρέφει στο πυρηνικό πρόγραμμα, παρότι το προηγούμενο διάστημα κυριαρχούσαν ζητήματα όπως η καταστολή διαδηλώσεων και η εσωτερική αστάθεια στο Ιράν. Η επαναφορά της ατζέντας σε τεχνικά ζητήματα — εμπλουτισμός ουρανίου και φυγοκεντρητές — δημιουργεί την εντύπωση ότι χάθηκε μια περίοδος αυξημένης πίεσης προς το καθεστώς.
Κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων, οι αυστηρές δημόσιες προειδοποιήσεις Τραμπ προς την ιρανική ηγεσία και τα μηνύματα στήριξης προς τους διαδηλωτές είχαν καλλιεργήσει την προσδοκία αμερικανικής παρέμβασης. Ωστόσο, παρά τη στρατιωτική ενίσχυση των ΗΠΑ στην περιοχή, η Ουάσινγκτον απέφυγε την άμεση σύγκρουση, επιλέγοντας τη διαχείριση της κλιμάκωσης.
Η στάση αυτή αποδόθηκε σε φόβους για ανεξέλεγκτη περιφερειακή ανάφλεξη, στην απουσία σχεδίου «επόμενης ημέρας» σε περίπτωση κατάρρευσης του καθεστώτος, αλλά και σε εσωτερικές επιφυλάξεις για μια νέα μακρόχρονη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Έτσι, εγκαταλείφθηκε στην πράξη — αν και ποτέ επίσημα — κάθε στρατηγική αλλαγής καθεστώτος.
Με αυτή την επιλογή εκτός τραπεζιού και χωρίς διάθεση άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης, η διπλωματία κατέστη η μοναδική εναλλακτική. Και στην περίπτωση του Ιράν, η διπλωματία επικεντρώνεται σχεδόν αναπόφευκτα στο πυρηνικό πρόγραμμα — το πιο τεχνικό και διαπραγματεύσιμο ζήτημα.
Η Τεχεράνη, σύμφωνα με τον υπουργό Εξωτερικών της, εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει αποκλειστικά το πυρηνικό σκέλος, απορρίπτοντας τη διεύρυνση της ατζέντας σε βαλλιστικούς πυραύλους, περιφερειακά δίκτυα συμμάχων ή ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Παρά τις δηλώσεις περί σοβαρών πληγμάτων στις ιρανικές πυρηνικές υποδομές κατά τον πόλεμο του Ιουνίου, εκτιμάται ότι το πρόγραμμα δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως. Υπάρχουν υποψίες για απόκρυψη αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου και διασωθέντων προηγμένων φυγοκεντρητών, γεγονός που διατηρεί το ζήτημα στην κορυφή της διεθνούς ανησυχίας.
Την ίδια στιγμή, η απουσία λογοδοσίας για την εσωτερική καταστολή στο Ιράν προκαλεί δυσφορία σε δυτικούς και περιφερειακούς παράγοντες. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο έχει δηλώσει ότι ουσιαστική συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει και το βαλλιστικό πρόγραμμα, τη στήριξη ένοπλων οργανώσεων και τη μεταχείριση των Ιρανών πολιτών.
Ιδιαίτερα επιφυλακτικό εμφανίζεται το Ισραήλ, το οποίο φέρεται να έθεσε αυστηρές «κόκκινες γραμμές»: μηδενικό εμπλουτισμό, απομάκρυνση αποθεμάτων ουρανίου, τερματισμό πυραυλικών προγραμμάτων και διακοπή στήριξης περιφερειακών συμμάχων.
Στο Τελ Αβίβ εκφράζονται φόβοι ότι οι διαπραγματεύσεις ενδέχεται να προσφέρουν πολιτική και οικονομική «ανάσα» σε ένα καθεστώς που μόλις επέζησε σοβαρής εσωτερικής κρίσης μέσω βίαιης καταστολής.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επιστροφή στο τραπέζι του διαλόγου εκλαμβάνεται από ορισμένους όχι ως εργαλείο πίεσης, αλλά ως πιθανή οδός αποκατάστασης της διεθνούς θέσης της Τεχεράνης.
Το ερώτημα που πλανάται είναι αν αυτή τη φορά οι διαπραγματεύσεις θα οδηγήσουν σε ουσιαστικό περιορισμό της ιρανικής ισχύος ή αν, επιβεβαιώνοντας την παλαιότερη ρήση Τραμπ, η Τεχεράνη θα εξέλθει και πάλι διπλωματικά ενισχυμένη.