Η τραγωδία ανοιχτά της Χίου – με τουλάχιστον 15 νεκρούς μετά από σύγκρουση ταχύπλοου που μετέφερε παράτυπους μετανάστες με σκάφος του Λιμενικού – δεν είναι ένα ακόμη «θαλάσσιο δυστύχημα». Είναι το ορατό αποτέλεσμα ενός συστήματος διακίνησης που λειτουργεί με σταθερότητα από την απέναντι ακτή, λίγα μίλια από ελληνικό έδαφος, και ενός γεωπολιτικού μηχανισμού πίεσης όπου η Άγκυρα κρατά τη στρόφιγγα.
Τα στοιχεία του ίδιου του περιστατικού (σκάφος υπερφορτωμένο, χωρίς φώτα ναυσιπλοΐας, επικίνδυνοι ελιγμοί, απόπειρα διαφυγής) δείχνουν επαγγελματική εγκληματική δράση, όχι «αυθόρμητη φυγή». Η διακίνηση δεν είναι μια θολή «γκρίζα ζώνη»· είναι επιχειρηματικό μοντέλο υψηλής κερδοφορίας, που στηρίζεται στην απελπισία και παράγει αίμα-χρήμα. Οργανισμοί της ΕΕ και διεθνείς φορείς περιγράφουν τη λαθροδιακίνηση ως βιομηχανία δισεκατομμυρίων, με δίκτυα που πουλούν «πακέτα» μεταφοράς, διαμονής, πλαστών εγγράφων και οδηγιών διαφυγής.
Γιατί επιβιώνουν οι «διάδρομοι» από τις τουρκικές ακτές;
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν διακινητές. Υπάρχουν. Το κρίσιμο είναι γιατί συγκεκριμένοι διάδρομοι επιβιώνουν συστηματικά από μια χώρα με κρατικό μηχανισμό, ακτοφυλακή, λιμενική υποδομή και πλήρη επιχειρησιακή εικόνα στο Αιγαίο. Η επανάληψη των περασμάτων από τα ίδια σημεία δεν είναι «φυσικό φαινόμενο»· είναι αποτέλεσμα ανοχής, επιλογών και προτεραιοτήτων.
Εδώ ακριβώς αποτυπώνεται η τουρκική συνταγή: η διακίνηση ως εργαλείο πίεσης. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία του Ευρωκοινοβουλίου έχει καταγράψει ευθέως το προηγούμενο του 2020, όταν η Τουρκία «άνοιξε τις πύλες» προς τα ελληνικά σύνορα, μετατρέποντας ανθρώπους σε διαπραγματευτικό χαρτί. Η γλώσσα ήταν κυνική, το μήνυμα ήταν καθαρό: «θα ανοίγω και θα κλείνω», ανάλογα με το τι ζητάω.
Τα ευρωπαϊκά χρήματα και η τουρκική «ασυλία»
Κι όμως, η Άγκυρα δεν έμεινε χωρίς ανταλλάγματα. Η ΕΕ έχει κινητοποιήσει συνολικά 6 δισ. ευρώ μέσω του μηχανισμού στήριξης προσφύγων στην Τουρκία – ένα ποσό-κλειδί για την ευρωπαϊκή διαχείριση του μεταναστευτικού. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη χρηματοδότησης για ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Το πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία παρουσιάζει την ευρωπαϊκή στήριξη ως «εισιτήριο ασυλίας», ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει να αναπαράγεται η παράνομη αγορά διακίνησης στα παράλια της.
Με άλλα λόγια: παίρνει χρήματα για “συνεργασία” και κρατά ως εφεδρεία την “κρίση”. Αυτό δεν είναι μεταναστευτική πολιτική. Είναι υβριδικός εκβιασμός με οικονομικό υπόβαθρο.
Η οικονομία του σύγχρονου δουλεμπορίου
Η διακίνηση δεν αφορά μόνο τις βάρκες. Αφορά μια ολόκληρη αλυσίδα: στρατολόγηση, μεταφορές, «ασφαλείς κατοικίες», πλαστά έγγραφα, ψηφιακή καθοδήγηση, χρηματοροές. Η ΕΕ και η Europol επισημαίνουν ότι πρόκειται για οργανωμένο έγκλημα με συνεχώς εξελισσόμενο «οικοσύστημα» και υψηλά κέρδη. Και κάθε φορά που μια βάρκα βυθίζεται, επιβεβαιώνεται το πιο σκοτεινό αξίωμα της αγοράς: οι άνθρωποι είναι αναλώσιμοι, το χρήμα όχι.
Η Ελλάδα, λοιπόν, καλείται να αντιμετωπίσει όχι απλώς «ροές», αλλά ένα εξωτερικό κέντρο παραγωγής κρίσης. Και η ΕΕ καλείται να σταματήσει να συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται για τεχνικό ζήτημα «διαχείρισης συνόρων», όταν στην πράξη είναι στρατηγική εργαλειοποίηση.
ΥΓ: Πριν καν ξεκινήσουν καλά-καλά οι έρευνες για τα αίτια της τραγωδίας στη Χίο, άρχισαν οι επιθέσεις κατά των ανδρών και γυναικών του Λιμενικού για τον χειρισμό της υπόθεσης, με αιχμές από στελέχη κομμάτων και ΜΚΟ – την ώρα που επίσημα έχει ανακοινωθεί έρευνα από το αρμόδιο υπουργείο. Όλοι αυτοί οφείλουν να απαντήσουν καθαρά: μας λένε να ανοίξουμε τα θαλάσσια (και τα χερσαία) σύνορά μας και να «καλωσορίζουμε» μαζικά παράνομες διελεύσεις, μετατρέποντας τη χώρα σε αποθήκη δυστυχισμένων ανθρώπων που τους εκμεταλλεύονται η Τουρκία και οι σύγχρονοι δουλέμποροι;
Και κάτι ακόμη: παράλληλα με το πεδίο της πραγματικής ανθρωπιστικής δράσης, υπάρχουν και υποθέσεις που ερευνώνται ή οδηγούνται σε δίκες στην Ελλάδα, με κατηγορίες που αφορούν διευκόλυνση παράνομης εισόδου, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και οικονομικά αδικήματα, σε υποθέσεις που συνδέθηκαν με δράσεις ΜΚΟ σε νησιά του Αιγαίου – με τις ίδιες τις κατηγορίες να αμφισβητούνται έντονα από οργανώσεις δικαιωμάτων και τους κατηγορούμενους. Άρα, ναι: έλεγχος, διαφάνεια και λογοδοσία όπου υπάρχουν σκιές – αλλά όχι αυτοματισμοί που τελικά σπρώχνουν τη δημόσια συζήτηση στο λάθος σημείο, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον βασικό σκηνοθέτη του έργου: την Άγκυρα, που κρατά τη στρόφιγγα και τροφοδοτεί την οικονομία του σύγχρονου δουλεμπορίου.