Ο φόβος μιας ευρύτερης πολεμικής σύρραξης φαίνεται πως επηρέασε καθοριστικά την πρόσφατη απόφαση της Ουάσιγκτον να μην προχωρήσει σε άμεσο στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν, με περιφερειακούς συμμάχους —όπως τα ΗΑΕ, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία— να πιέζουν υπέρ της αξιοποίησης παρασκηνιακών διαύλων επικοινωνίας για αποκλιμάκωση.
Ωστόσο, η αμερικανική αναδίπλωση δεν αποδίδεται μόνο σε διπλωματικές παρεμβάσεις. Στους παράγοντες που συνεκτιμήθηκαν περιλαμβάνονται η ελλιπής ετοιμότητα της περιφερειακής αντιπυραυλικής άμυνας, οι ευαλωτότητες συμμαχικών υποδομών, οι εσωτερικοπολιτικοί περιορισμοί στις ΗΠΑ, καθώς και διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες της Ρωσίας.
Παρά το γεγονός ότι ένα αμερικανικό πλήγμα θεωρούνταν πιθανό για την 1η Φεβρουαρίου —με στρατιωτικές δυνάμεις ανεπτυγμένες και επιχειρησιακά σχέδια έτοιμα— η τελική αναστολή ερμηνεύεται όχι ως αλλαγή στρατηγικής, αλλά ως αναπροσαρμογή πίεσης με γνώμονα τη διαχείριση ρίσκου.
Η στρατιωτική επιλογή παραμένει στο τραπέζι, όμως η καθυστέρηση αντανακλά την επιδίωξη διατήρησης ελέγχου της κλιμάκωσης, καθώς ένα άμεσο χτύπημα θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε αμερικανικές βάσεις, στο Ισραήλ και σε συμμαχικές εγκαταστάσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι δυνατότητες αντιπυραυλικής προστασίας. Η επάρκεια κάλυψης για το Ισραήλ και άλλους εταίρους δεν θεωρείται πλήρως διασφαλισμένη, γεγονός που θα εξέθετε τόσο υλικές υποδομές όσο και την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας σε περίπτωση μαζικής ιρανικής απάντησης.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν ανακαλεί μνήμες δαπανηρών στρατιωτικών εμπλοκών χωρίς καθοριστικό αποτέλεσμα, ενώ ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης της περιοχής και διαταραχής των ενεργειακών αγορών επιβαρύνει το πολιτικό κόστος.
Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικοί ισχυρισμοί περί εξουδετέρωσης των ιρανικών πυρηνικών δυνατοτήτων συνυπάρχουν με απαιτήσεις εγκατάλειψης ενός προγράμματος που παρουσιάζεται ως ήδη κατεστραμμένο, αναδεικνύοντας τον επικοινωνιακό χαρακτήρα της πίεσης. Εκθέσεις δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών, σύμφωνα με δημοσιεύματα, δεν τεκμηριώνουν κατοχή πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη, στοιχείο που περιπλέκει τα επιχειρήματα υπέρ άμεσης στρατιωτικής δράσης.
Το Ισραήλ φαίνεται να βρίσκεται σε πιο ευαίσθητη θέση, καθώς ενδείξεις περιορισμένης ενημέρωσης για ορισμένες πτυχές του αμερικανικού σχεδιασμού προκαλούν ανησυχία στο Τελ Αβίβ για το βάθος του στρατηγικού συντονισμού.
Παράλληλα, το δημόσιο κλίμα επιβαρύνεται από διαρροές και προβλέψεις περί επικείμενης επίθεσης, οι οποίες λειτουργούν περισσότερο ως εργαλεία ψυχολογικής πίεσης παρά ως αποτύπωση ειλημμένων αποφάσεων. Πιο ψύχραιμες εκτιμήσεις μεταθέτουν το πιθανό παράθυρο δράσης σε βάθος εβδομάδων ή μηνών.
Διαμορφώνεται έτσι ένα παρατεταμένο μπρα ντε φερ: η Ουάσιγκτον διατηρεί την πίεση χωρίς υπέρβαση «κόκκινων γραμμών», η Τεχεράνη ενισχύει την αποτροπή χωρίς να υποκύπτει, και η διπλωματία λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης κινδύνου.
Στο παρασκήνιο, η Μόσχα επιχειρεί να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή, με δημοσιεύματα να κάνουν λόγο για ρωσικές πρωτοβουλίες επαναφοράς ΗΠΑ και Ιράν σε τροχιά διαπραγματεύσεων. Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε πιο επιφυλακτικός, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συμφωνίας, ενώ Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι αεροπορικά πλήγματα δεν είναι άμεσα.
Η ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας συνεχίζεται, με ανάπτυξη συστημάτων Patriot και THAAD, υπογραμμίζοντας ότι η αποκλιμάκωση δεν ισοδυναμεί με εγκατάλειψη στρατιωτικής ετοιμότητας.
Πληροφορίες από περιφερειακές πηγές αναφέρουν ότι ρωσικές προτάσεις περιλαμβάνουν απομάκρυνση εμπλουτισμένου ουρανίου από το Ιράν και ανάληψη εποπτείας από τη Rosatom, στο πλαίσιο ενός σχήματος που παραπέμπει στη συμφωνία του 2015 (JCPOA), από την οποία οι ΗΠΑ αποχώρησαν το 2018.
Η ιστορική εμπλοκή της Ρωσίας στη διαχείριση του ιρανικού πυρηνικού φακέλου, σε συνδυασμό με τρέχουσες διαμεσολαβήσεις και από χώρες όπως η Τουρκία και το Κατάρ, τροφοδοτεί εκτιμήσεις ότι η διπλωματία επιχειρεί να κερδίσει χρόνο πριν η κρίση περάσει σε μη αναστρέψιμη φάση.