Οι ραγδαίες εξελίξεις στο Ιράν κυριαρχούν στο ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου, καθώς η βίαιη καταστολή των μαζικών διαδηλώσεων και η στρατιωτική αποδυνάμωση της Τεχεράνης μετά από πρόσφατα ισραηλινά και αμερικανικά πλήγματα επαναφέρουν τα σενάρια αλλαγής καθεστώτος. Την ίδια στιγμή, εντείνονται οι ανησυχίες ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλια σύγκρουση με ευρύτερες περιφερειακές συνέπειες.
Παράλληλα, η παγκόσμια επικαιρότητα σημαδεύτηκε από τριγμούς στις παραδοσιακές συμμαχίες και στο σύστημα ελέγχου εξοπλισμών. Η ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης, με αφορμή τις αξιώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία, αναζωπύρωσε την κρίση εμπιστοσύνης στο ΝΑΤΟ. Την ίδια περίοδο, η λήξη της πυρηνικής συνθήκης New START ενισχύει τη στρατηγική αβεβαιότητα μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, ενώ στην Ασία κλιμακώνονται οι κινεζικές πιέσεις προς την Ιαπωνία για εδαφικές διαφορές. Στο ίδιο γεωπολιτικό σκηνικό, αναδεικνύεται και ο ρόλος των λεγόμενων «μεσαίων δυνάμεων» ως δυνητικού αντίβαρου στις υπερδυνάμεις.
Στον δυτικό Τύπο, αναλύσεις υποστηρίζουν ότι οι πρόσφατες στρατιωτικές επιθέσεις έχουν αποδυναμώσει καίρια το ιρανικό καθεστώς και έχουν ενισχύσει τις εσωτερικές εξεγέρσεις, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την αξία μιας νέας πυρηνικής συμφωνίας. Προβάλλεται μάλιστα η άποψη ότι η άρση κυρώσεων θα ενίσχυε την καταστολή, ενώ προκρίνεται η στήριξη των διαδηλωτών ως στρατηγική επιλογή.
Άλλες προσεγγίσεις προειδοποιούν για τον κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης. Η σφοδρή βία, οι χιλιάδες νεκροί και η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας ενδέχεται να οδηγήσουν —σύμφωνα με αναλυτές— ακόμη και σε διάλυση της χώρας, με εθνοτικές εντάσεις, προσφυγικές ροές και πιθανή ξένη παρέμβαση που θα μπορούσε να επιτείνει το χάος.
Στο ευρωπαϊκό πεδίο, η συζήτηση επικεντρώνεται στη δοκιμασία της διατλαντικής συνοχής. Η επιμονή Τραμπ στο ζήτημα της Γροιλανδίας ερμηνεύεται ως πλήγμα στην εμπιστοσύνη εντός του ΝΑΤΟ, ενισχύοντας τις φωνές υπέρ μεγαλύτερης στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.
Αναλύσεις από την Ισπανία επισημαίνουν ότι τα επαναλαμβανόμενα κύματα διαμαρτυριών στο Ιράν, τροφοδοτούμενα από οικονομική κρίση, διαφθορά και κυρώσεις, ενδέχεται μακροπρόθεσμα να οδηγήσουν σε κατάρρευση του καθεστώτος — όχι όμως απαραίτητα σε ομαλή μετάβαση, αλλά πιθανότερα σε περίοδο βίαιης αστάθειας.
Στον Τύπο της Μέσης Ανατολής, η αμερικανική στρατηγική παρουσιάζεται ως συνδυασμός στρατιωτικής πίεσης και διπλωματίας, με στόχο την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος έναντι της Τεχεράνης. Παράλληλα, αναδεικνύεται ο ρόλος του Ισραήλ στη σκλήρυνση της γραμμής, ενώ επισημαίνεται ο κίνδυνος ακούσιας κλιμάκωσης.
Από την τουρκική οπτική, προτεραιότητα αποτελεί η αποτροπή πολέμου μέσω σταδιακής διπλωματίας, καθώς μια ευρείας κλίμακας στρατιωτική επέμβαση θα μπορούσε να προκαλέσει περιφερειακό χάος με άμεσες συνέπειες για την Άγκυρα.
Στην Ασία, αναλύσεις υπογραμμίζουν τον αυξανόμενο ρόλο των «μεσαίων δυνάμεων» στη διατήρηση της διεθνούς τάξης, ενώ το Πεκίνο επαναβεβαιώνει τις εδαφικές του διεκδικήσεις έναντι της Ιαπωνίας, κατηγορώντας το Τόκιο για στρατιωτική αναβάθμιση και «επιθετική» στρατηγική.
Τέλος, ρωσικές και ουκρανικές αναλύσεις συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι η λήξη της New START εγκαινιάζει περίοδο πυρηνικής αβεβαιότητας. Η απουσία μηχανισμών επιθεώρησης και διαφάνειας αυξάνει τον κίνδυνο νέας κούρσας εξοπλισμών, με τις δύο υπερδυνάμεις να μένουν —για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο— χωρίς δεσμευτικό πλαίσιο ελέγχου των στρατηγικών τους οπλοστασίων.
Συνολικά, το διεθνές τοπίο αποτυπώνεται ως ιδιαίτερα ρευστό: από τη Μέση Ανατολή έως την Ευρώπη και την Ασία, οι γεωπολιτικές ισορροπίες δοκιμάζονται, εντείνοντας τους φόβους για μια νέα εποχή αστάθειας.