Σε ισόβια κάθειρξη καταδίκασε το Κεντρικό Περιφερειακό Δικαστήριο της Σεούλ τον πρώην πρόεδρο της Νότιας Κορέας, Γιουν Σουκ Γέολ, για την αποτυχημένη προσπάθειά του να επιβάλει στρατιωτικό νόμο τον Δεκέμβριο του 2024.
Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, η κήρυξη στρατιωτικού νόμου συνιστούσε εξέγερση με σκοπό τη διατάραξη της συνταγματικής τάξης. Στο σκεπτικό της καταδίκης επισημαίνεται ότι η ενέργεια του πρώην προέδρου έπληξε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική ουδετερότητα του στρατού και της αστυνομίας, υπονόμευσε τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας και όξυνε τον πολιτικό διχασμό στο εσωτερικό της κοινωνίας.
Ο δικαστής Τζι Κούι-γιουν τόνισε ότι, κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο συνυπολόγισε την απουσία οποιασδήποτε συγγνώμης εκ μέρους του Γιουν καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, την αδικαιολόγητη άρνησή του να παραστεί σε ακροάσεις, καθώς και το σημαντικό κοινωνικό κόστος που, σύμφωνα με την απόφαση, προκάλεσαν οι πράξεις του στη νοτιοκορεατική κοινωνία.
Παρά τη σοβαρότητα του αδικήματος, το δικαστήριο δεν επέβαλε τη θανατική ποινή. Όπως διευκρινίστηκε, ο σχεδιασμός της απόπειρας δεν χαρακτηριζόταν από ιδιαίτερη σχολαστικότητα, υπήρξε προσπάθεια περιορισμού της σωματικής βίας και, τελικά, τα περισσότερα από τα σχέδια δεν υλοποιήθηκαν.
Η ισόβια κάθειρξη στη Νότια Κορέα δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένη ημερομηνία αποφυλάκισης. Θεωρητικά, είναι δυνατή η υπό όρους απόλυση έπειτα από 20 έτη, υπό την προϋπόθεση επίδειξης καλής διαγωγής και μεταμέλειας.
Η αντίδραση της πλευράς Γιουν
Η νομική ομάδα του πρώην προέδρου χαρακτήρισε την ετυμηγορία «προκαθορισμένο συμπέρασμα» και «δίκη-παρωδία», διαμηνύοντας ότι θα συνεχίσει τον αγώνα για την αποκατάσταση της αλήθειας «στο δικαστήριο της ιστορίας».
Παράλληλα, κατηγόρησε τη δικαστική εξουσία ότι υποκύπτει στην πίεση της κοινής γνώμης και της πολιτικής εξουσίας και ότι εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά, κάνοντας αναφορά σε περιπτώσεις πολιτικών της αντιπολίτευσης που, όπως υποστηρίζει, αθωώθηκαν με βάση παράνομα αποδεικτικά στοιχεία.
Ο Γιουν Σουκ Γέολ αναμένεται να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης.