Τα “dizi” υπό κρατική αιγίδα – Η τουρκική τηλεοπτική βιομηχανία ως στρατηγικό εργαλείο ήπιας ισχύος στα Βαλκάνια

 
τουρκικη σειρα

Ενημερώθηκε: 21/02/26 - 09:54

Η τουρκική παραγωγή τηλεοπτικών σειρών εισέρχεται σε μια περίοδο πιο ξεκάθαρης κρατικής στήριξης, καθώς το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού θεσπίζει νέο πλαίσιο επιδότησης για σειρές που εξάγονται και πληρούν συγκεκριμένα ποιοτικά και στρατηγικά κριτήρια.

Ο υπουργός Mehmet Nuri Ersoy ανακοίνωσε ότι οι ενισχύσεις μπορούν να φτάσουν έως και τα 100.000 δολάρια ανά επεισόδιο (σε τουρκικές λίρες), με αξιολόγηση που συνδέεται τόσο με τη διεθνή απήχηση όσο και με την προβολή της χώρας και τη στόχευση τουριστικών αγορών.

Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται σε μια συγκυρία όπου ο κλάδος αναγνωρίζεται πλέον ως βασικός εξαγωγικός πυλώνας, με έσοδα που ξεπερνούν το 1 δισ. δολάρια και παρουσία σε δεκάδες χώρες. Οι τουρκικές σειρές αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο ως στοιχείο «εθνικού» πολιτισμικού κεφαλαίου, και όχι απλώς ως μια ακόμη δημιουργική βιομηχανία με εμπορική επιτυχία.

Ήπια ισχύς και πολιτιστική διπλωματία

Η δυναμική των τουρκικών “dizi” ερμηνεύεται μέσα από το πρίσμα της ήπιας ισχύος: της δυνατότητας ενός κράτους να επηρεάζει μέσω πολιτισμού, ελκυστικότητας και συμβολικού φορτίου. Ο ίδιος ο όρος “dizi” έχει καθιερωθεί διεθνώς για να περιγράψει το ιδιαίτερο τουρκικό μοντέλο παραγωγής και αφήγησης.

Η πολιτιστική αυτή στρατηγική δεν περιορίζεται στο τηλεοπτικό προϊόν. Ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας TRT και τα Ινστιτούτα Yunus Emre αποτελούν συμπληρωματικά εργαλεία πολιτισμικής και γλωσσικής παρουσίας στο εξωτερικό. Ωστόσο, οι σειρές λειτουργούν ως το πιο μαζικό και συναισθηματικά αποτελεσματικό μέσο: οικογενειακά δράματα, ρομαντικές ιστορίες και ιστορικές υπερπαραγωγές διαμορφώνουν μια επαναλαμβανόμενη, αναγνωρίσιμη εικόνα χώρας σε prime time, πέρα από σύνορα και πολιτικές εντάσεις.

Βαλκάνια: οικειότητα και πολιτισμική διείσδυση

Στα Βαλκάνια, η επιρροή δεν μετριέται μόνο σε τηλεθέαση αλλά και στη σταδιακή υιοθέτηση πολιτισμικών κωδίκων. Η επιτυχία των σειρών βασίζεται σε γλωσσική και αξιακή εγγύτητα, διευκολύνοντας την ταύτιση με χαρακτήρες και κοινωνικά πρότυπα.

Στη Σερβία, η δημοφιλία τους έχει ερμηνευθεί ως αντανάκλαση κοινών παραδοσιακών μνημών και ηθικών προτύπων. Στη Βόρεια Μακεδονία, ήδη από το 2012 είχαν καταγραφεί πολιτικές συζητήσεις για περιορισμούς στη μετάδοση, ως αντίδραση σε αυτό που μερίδα του δημόσιου λόγου αντιλαμβανόταν ως αυξανόμενη πολιτισμική επιρροή.

Θεσμική ενίσχυση και αφηγηματική γεωπολιτική

Η τουρκική παραγωγή επεκτείνεται σε νέες αγορές και πλατφόρμες, αξιοποιεί το streaming, προσαρμόζει τη διάρκεια επεισοδίων για διεθνή διανομή και πλέον ενισχύεται θεσμικά ώστε να διατηρεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ταυτόχρονα, διαπιστώνεται μια εσωτερική διττότητα: από τη μία, οι σειρές συχνά λειτουργούν ως πεδίο κοινωνικού σχολιασμού· από την άλλη, σε ορισμένες περιπτώσεις ευθυγραμμίζονται με κυρίαρχα κρατικά αφηγήματα, με τη σχέση δημιουργικού χώρου και εξουσίας να γίνεται πιο στενή.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι ιστορικές παραγωγές. Ο «Muhteşem Yüzyıl» (Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής) αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα pop ανασύνθεσης της οθωμανικής «χρυσής εποχής», προβάλλοντας μια δραματοποιημένη εκδοχή του παρελθόντος σε διεθνές κοινό. Αντίστοιχα, η σειρά ντοκιμαντέρ Rise of Empires: Ottoman, που διακινείται μέσω του Netflix, μεταφέρει παγκοσμίως αφηγήσεις για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, σε κοινωνίες όπου η ιστορική μνήμη παραμένει πολιτικά ενεργή.

Παράλληλα, παραγωγές όπως το «Lefter: Bir Ordinaryüs Hikayesi», αφιερωμένο στον ελληνικής καταγωγής ποδοσφαιριστή Λευτέρη Κιουτσούκη, αναδεικνύουν μια διαφορετική διάσταση ήπιας ισχύος: τη δυνατότητα ανάδειξης κοινών σημείων αναφοράς και συμβολικών γεφυρών, χωρίς να αναιρούνται οι πολιτικές διαφορές.

Πολυεπίπεδες επιπτώσεις

Για χώρες όπως η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία ή η Ρουμανία, το φαινόμενο έχει πολλαπλές διαστάσεις. Πρώτον, ενισχύει μια πολιτισμική αλληλεξάρτηση χαμηλής έντασης, ακόμη και όταν οι πολιτικές σχέσεις είναι ανταγωνιστικές. Δεύτερον, καθιστά κεντρικό το ζήτημα της «αφηγηματικής γεωπολιτικής»: ποιος αφηγείται την ιστορία και με ποια οπτική. Τρίτον, η συστηματική κρατική στήριξη μετατρέπει την τηλεοπτική παραγωγή σε στρατηγικό εργαλείο με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, δημιουργώντας ένα «απόθεμα οικειότητας» που μπορεί να επηρεάζει το περιβάλλον αντιλήψεων.

Βεβαίως, η πολιτισμική κατανάλωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτική μετατόπιση. Η σχέση μεταξύ δημόσιας διπλωματίας και δημιουργικού πεδίου παραμένει σύνθετη και όχι πάντα γραμμική. Ωστόσο, σε μια περιοχή όπου ο ανταγωνισμός δεν διεξάγεται μόνο με όρους οικονομίας ή ασφάλειας αλλά και μέσω πολιτισμικών οικοσυστημάτων, οι τουρκικές σειρές συνιστούν πλέον μια οργανωμένη υποδομή ήπιας ισχύος, μεταφέροντας μέρος της επιρροής από τα διπλωματικά τραπέζια στην καθημερινή οθόνη.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ