Η επικείμενη επιβολή οριζόντιων δασμών ύψους 15% από τις ΗΠΑ σε όλες τις εισαγωγές παγκοσμίως πυροδοτεί πολιτική και νομική «έκρηξη», θέτοντας υπό αμφισβήτηση τόσο τη συνοχή της διεθνούς εμπορικής πολιτικής όσο και τη νομιμότητα των ενεργειών της κυβέρνησης Τραμπ.
Νομικό «μπλόκο» και συνταγματικές αμφισβητήσεις
Η απόφαση της Ουάσιγκτον να επικαλεστεί το Άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974 για να παρακάμψει προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν έμεινε αναπάντητη. Μια συμμαχία δώδεκα αμερικανικών πολιτειών, με επικεφαλής τη Γενική Εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, Λετίσια Τζέιμς, προσέφυγε στη δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι:
Ο Πρόεδρος υπερβαίνει τις συνταγματικές του αρμοδιότητες, καθώς η εξουσία επιβολής δασμών ανήκει αποκλειστικά στο Κογκρέσο.
Οι εν λόγω δασμοί παραβιάζουν τη διάκριση των εξουσιών.
Απαιτείται άμεση επιστροφή χρημάτων στις πολιτείες για το επιπλέον κόστος που επωμίστηκαν.
«Παγωμένη» η συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ
Στις Βρυξέλλες, ο κώδωνας του κινδύνου ηχεί έντονα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανέβαλε για δεύτερη φορά την ψηφοφορία για την εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για τη συμβατότητα των νέων αμερικανικών μέτρων με τις δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί.
Η Κομισιόν, μέσω του Μάρος Σεφκόβιτς, τόνισε ότι απαιτείται μεταβατική περίοδος έως τεσσάρων μηνών για να αποσαφηνιστεί το τοπίο, υπενθυμίζοντας στην Ουάσιγκτον πως «μια συμφωνία είναι συμφωνία».
Οι Ευρωπαίοι νομοθέτες διατηρούν τη διαδικασία επικύρωσης «στον πάγο», αναμένοντας περαιτέρω διευκρινίσεις από την αμερικανική πλευρά, με την επόμενη κρίσιμη συνεδρίαση να έχει οριστεί για τις 17 Μαρτίου.
Ο ρόλος του Σκοτ Μπέσεντ
Παρά την αναταραχή, ο Αμερικανός Υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, επιχείρησε να καθησυχάσει τις αγορές, δηλώνοντας ότι οι δασμοί αυτοί είναι προσωρινοί —με διάρκεια 150 ημερών— και εκφράζοντας την ακράδαντη πεποίθηση ότι τα ποσοστά θα επανέλθουν στα προηγούμενα επίπεδα εντός πενταμήνου. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει, καθώς η διαχείριση του εμπορικού ισοζυγίου με την ΕΕ, που αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών για τις ΗΠΑ, μετατρέπεται πλέον σε ένα από τα πιο κρίσιμα γεωπολιτικά μέτωπα της εποχής.