Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις, καθώς οι εργαζόμενοι με οικογενειακές υποχρεώσεις έρχονται αντιμέτωποι με ένα κόστος διαβίωσης που ευθυγραμμίζεται πλήρως με τα δεδομένα των πλουσιότερων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, την ώρα που οι αμοιβές παραμένουν καθηλωμένες.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΚΕΦΙΜ που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat, η ελληνική αγορά ακινήτων κινείται πλέον με δικούς της αυτόνομους ρυθμούς, οδηγώντας σε μια παράδοξη πραγματικότητα όπου η κατοικία διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος από το μηνιαίο εισόδημα. Συγκεκριμένα, το 2024 το μέσο ενοίκιο στην Αθήνα άγγιξε τα 1.050 ευρώ για διαμερίσματα ενός υπνοδωματίου και τα 1.400 ευρώ για δύο, πλησιάζοντας σε απόσταση αναπνοής τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι τιμές για μεγαλύτερα ακίνητα ή μονοκατοικίες εκτοξεύονται σε επίπεδα που συναντά κανείς στη Βιέννη ή τη Ρώμη.
Η πραγματική κοινωνική πίεση αναδεικνύεται από τη σύγκριση των τιμών με την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Με έναν μέσο μισθό της τάξης των 1.496 ευρώ, ένα μικρό σπίτι απορροφά το 70,2% των αποδοχών, ενώ ένα διαμέρισμα κατάλληλο για οικογένεια αγγίζει το 93,6% του εισοδήματος.
Η ανισορροπία αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν αναλογιστεί κανείς ότι στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες το αντίστοιχο βάρος στέγασης περιορίζεται κοντά στο 33% με 45%. Ταυτόχρονα, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός ότι οι αυξήσεις οφείλονται στον γενικό πληθωρισμό, καθώς τα ενοίκια στην Ελλάδα τρέχουν με ετήσιο ρυθμό 5% έως 10%, δηλαδή έως και τρεις φορές ταχύτερα από τον επίσημο πληθωρισμό.
Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στις χώρες με τις πιο απότομες αυξήσεις ενοικίων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατέχοντας το 2025 τη δεύτερη θέση πίσω μόνο από την Κροατία. Παρά το γεγονός ότι οι μεικτές αποδοχές που καταγράφει η Eurostat μπορεί να αποκλίνουν ελαφρώς από την καθημερινή εμπειρία των 14 μισθών στην ελληνική αγορά, η ουσία του προβλήματος παραμένει αμετάβλητη: τα νοικοκυριά υποχρεώνονται σε ακραίες προσαρμογές, όπως η πολυεργασία ή η ταυτόχρονη απασχόληση και των δύο συζύγων, προκειμένου να καλύψουν απλώς το κόστος της στέγης.
Η ιστορική αναδρομή της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνει αυτόν τον κύκλο ασφυξίας, καθώς μετά την κατάρρευση της δεκαετίας της κρίσης, οι τιμές στην Αθήνα ενισχύθηκαν κατά 95% από το 2018 έως το 2025, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο ιστορικό υψηλό.