Η σταθερή και ανησυχητική διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία, οι οποίες άγγιξαν το ιλιγγιώδες ποσό των 114,5 δισ. ευρώ στο τέλος του πρώτου διμήνου του 2026, ρίχνει βαριά σκιά στις προσδοκίες για την αποτελεσματικότητα της επερχόμενης ρύθμισης των 72 δόσεων. Τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν μια σκληρή πραγματικότητα: το πρόβλημα της αγοράς δεν έγκειται στην απουσία ευέλικτων σχημάτων αποπληρωμής, αλλά στην αντικειμενική οικονομική αδυναμία νοικοκυριών και επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις τρέχουσες υποχρεώσεις τους.
Ενώ η πάγια ρύθμιση των 12 έως 48 δόσεων φαίνεται να εξυπηρετεί όσους διαθέτουν ακόμα ρευστότητα, για τη μεγάλη μάζα των οφειλετών που βρίσκεται σε οικονομικό αδιέξοδο, οποιοδήποτε νέο μέτρο μοιάζει με «δώρον άδωρον» αν δεν συνοδεύεται από γενναιότερους όρους.
Ο προβληματισμός στο οικονομικό επιτελείο εντείνεται από το γεγονός ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις ευθύνονται για το 90% του συνολικού χρέους, την ώρα που τα ανεπίδεκτα είσπραξης ποσά έχουν ήδη εκτοξευθεί στα 35,1 δισ. ευρώ. Η αυστηρή επιτήρηση από τους Ευρωπαίους δανειστές και η ανάγκη διαφύλαξης της κουλτούρας πληρωμών στενεύουν τα περιθώρια για ευνοϊκότερες παρεμβάσεις, καθιστώντας τη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων ένα στοίχημα με υψηλό ρίσκο.
Τα δεδομένα της ΑΑΔΕ για το ξεκίνημα του 2026 είναι αποκαλυπτικά, καθώς μόνο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο δημιουργήθηκαν «φρέσκα» χρέη ύψους 2,136 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 9% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Η νέα αυτή προσπάθεια της κυβέρνησης να τιθασεύσει το «βουνό» των οφειλών που δημιουργήθηκαν έως το τέλος του 2023 συνοδεύεται από ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις. Οι οφειλέτες που επιθυμούν να ενταχθούν θα πρέπει πρώτα να έχουν τακτοποιήσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από το 2024 και μετά, είτε εξοφλώντας τες είτε εντάσσοντάς τες στην πάγια ρύθμιση.
Παράλληλα, το επιτόκιο που αγγίζει το 5,84% και η απουσία οποιασδήποτε πρόβλεψης για «κούρεμα» της βασικής οφειλής λειτουργούν ως αποτρεπτικοί παράγοντες για πολλούς φορολογούμενους, περιορίζοντας τη δυναμική του μέτρου.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η εικόνα της συμμόρφωσης παραμένει απογοητευτική, καθώς μόλις το 6,65% του πραγματικά εισπράξιμου χρέους βρίσκεται σήμερα σε καθεστώς ρύθμισης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μεγαλύτερη κινητικότητα παρατηρείται στα μεσαία χρέη, κυρίως από 10.000 έως 100.000 ευρώ για τις επιχειρήσεις και από 500 έως 10.000 ευρώ για τα φυσικά πρόσωπα.
Αντίθετα, τόσο οι πολύ μικρές οφειλές όσο και τα πολύ μεγάλα χρέη παραμένουν εκτός ρυθμίσεων, επιβεβαιώνοντας ότι η νέα πρωτοβουλία των 72 δόσεων καλείται να λειτουργήσει σε ένα εξαιρετικά πολωμένο και πιεσμένο οικονομικό περιβάλλον.