Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, καθώς οι ηγέτες των ισχυρότερων οικονομιών της ηπείρου καταγράφουν ιστορικά χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας, κινούμενοι στα όρια της λαϊκής περιφρόνησης.
Η τάση αυτή αποτυπώνεται ανάγλυφα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τα καταστροφικά αποτελέσματα των πρόσφατων τοπικών εκλογών έφεραν στην επιφάνεια το έντονο πρόβλημα φήμης του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ.
Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις της YouGov, μόλις το 11% των Βρετανών αποτιμά θετικά τη θητεία του, ενώ σχεδόν το 60% τη θεωρεί αποτυχημένη, γεγονός που έχει ωθήσει πολλούς βουλευτές του να εξετάζουν την απομάκρυνσή του από την Ντάουνινγκ Στριτ, παρά το ότι κυβερνά λιγότερο από δύο χρόνια.
Ωστόσο, η δυσαρέσκεια αυτή δεν αποτελεί βρετανική ιδιαιρότητα αλλά μια γενικευμένη πανευρωπαϊκή πραγματικότητα. Τα στοιχεία της Statista δείχνουν ότι ο Στάρμερ συγκεντρώνει 27% ποσοστό αποδοχής, νούμερο που φαντάζει μάλλον «προνομιακό» μπροστά στο 19% του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς και το ισχνό 18% του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν.
Οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης διοικούνται από βαθιά αντιδημοφιλείς προσωπικότητες, οι οποίες υπολείπονται ακόμη και του Ντόναλντ Τραμπ (38% αποδοχή), ο οποίος διανύει μια από τις χειρότερες δημοσκοπικές του περιόδους στις ΗΠΑ.
Ανάλογη φθορά καταγράφεται σχεδόν σε ολόκληρη την ήπειρο, από τον Αυστριακό καγκελάριο Κρίστιαν Στόκερ και τον σκανδαλοθήρα Νορβηγό Γιόνας Γκαρ Στόρε, μέχρι τον Βέλγο πρωθυπουργό Μπαρτ ντε Βέβερ, ο οποίος εφαρμόζει ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας, φόρων και περικοπών. Λίγο καλύτερη είναι η εικόνα για τον Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία και την Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία.
Πολιτικοί αναλυτές, όπως ο Πέτερ Μάτουτσεκ του think tank Forsa, επισημαίνουν ότι η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει μια εμφανή έλλειψη ηγετικών ικανοτήτων για τη διαχείριση κρίσεων.
Για παράδειγμα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, που ήταν αντιδημοφιλής προτού καν αναλάβει καθήκοντα, επιβάρυνε τη θέση του με ατυχείς δηλώσεις που προκάλεσαν διπλωματικό ρήγμα με την Ουάσιγκτον, όταν ισχυρίστηκε ενώπιον μαθητών ότι οι ΗΠΑ «ταπεινώθηκαν» από την Τεχεράνη.
Από την άλλη πλευρά, ο Εμανουέλ Μακρόν, διανύοντας το τέλος της δεκαετούς θητείας του και στερούμενος κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, καταγράφει επιδόσεις κατά πολύ χειρότερες από εκείνες του Ζακ Σιράκ το 2006, ο οποίος θεωρούνταν μέχρι πρότινος ο πιο αποτυχημένος ένοικος των Ηλυσίων Πεδίων.
Πέρα όμως από τα πρόσωπα, το πρόβλημα είναι βαθιά δομικό και συνδέεται με τη ραγδαία οικονομική υποχώρηση της Ευρώπης στο παγκόσμιο στερέωμα. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το μερίδιο της ηπείρου στην παγκόσμια οικονομική παραγωγή συρρικνώθηκε από το 33% στο 23% κατά την εικοσαετία 2005-2024, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο από την εποχή του Μεσαίωνα.
Η ψαλίδα με τις ΗΠΑ διευρύνεται δραματικά, με την αμερικανική οικονομία να αναπτύσσεται με 2,4% φέτος, έναντι μόλις 0,9% της Γαλλίας και της Βρετανίας και 0,6% της Γερμανίας, σε σημείο που οι αμοιβές απλών υπαλλήλων στη Νέα Υόρκη να εξισώνονται με εκείνες εξειδικευμένων γιατρών στο Λονδίνο.
Όπως εξηγεί ο Φάμπιαν Ζούλεγκ του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πολιτικής, οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να διαχειριστούν εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, όπως η αναγκαστική απεξάρτηση από το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο και η οικονομική κυριαρχία της Κίνας.
Η αναγκαιότητα να επικοινωνήσουν στους πολίτες ότι έρχονται δύσκολες μέρες με αναπόφευκτο κοινωνικό και οικονομικό πόνο, χωρίς ωστόσο να καταφέρνουν να τους πείσουν για τη χρησιμότητα αυτών των θυσιών, πλήττει ανεπανόρθωτα την προσωπική τους δημοτικότητα.
Μοναδική εξαίρεση σε αυτό το γκρίζο τοπίο αποτελεί η Δανία και η πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν. Παρά τις απώλειες του κόμματός της, η Φρέντερικσεν παραμένει κυρίαρχη στο πολιτικό σκηνικό, έχοντας αναχαιτίσει την ακροδεξιά με αυστηρή μεταναστευτική πολιτική και έχοντας επιδείξει σθεναρή στάση απέναντι στον Τραμπ για το ζήτημα της Γροιλανδίας.
Η επιτυχία της Δανίας, η οποία αναμένεται να καταγράψει ανάπτυξη 2% με 3% φέτος, βασίζεται στον μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό των προκατόχων της, που επιτρέπει σήμερα στο 80% της ηλεκτρικής ενέργειας να παράγεται από ανανεώσιμες πηγές.
Το παράδειγμα αυτό επιβεβαιώνει ότι οι σύγχρονοι ηγέτες είναι, σε μεγάλο βαθμό, δέσμιοι των στρατηγικών επιλογών —ή των παραλείψεων— του παρελθόντος.