Άλυτο παραμένει το μυστήριο με την έντονη μυρωδιά αερίου που αναστάτωσε τη Δευτέρα πολλές περιοχές της Αττικής, καθώς οι έρευνες των αρχών και των διαχειριστών των δικτύων δεν έχουν εντοπίσει μέχρι στιγμής κάποια επίσημη διαρροή. Ωστόσο, ο διευθυντής ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Νίκος Μιχαλόπουλος, έφερε στο φως μια νέα εκτίμηση, η οποία θεωρείται πλέον και η επικρατέστερη για την εξήγηση του φαινομένου.
Όπως εξήγησε ο κ. Μιχαλόπουλος, οι πρώτες αναλύσεις δεν έδειξαν κάποια αύξηση στους θεσμοθετημένους ρύπους της ατμόσφαιρας για τους οποίους υπάρχουν ευρωπαϊκά όρια. Αυτό ανάγκασε τους ειδικούς να εστιάσουν στην ίδια τη φύση της οσμής.
Οι συγκεκριμένες μυρωδιές συνδέονται συνήθως με θειούχες ενώσεις, οι οποίες προστίθενται τεχνητά στο υγραέριο, όπως το προπάνιο ή το βουτάνιο, ακριβώς για να γίνονται αντιληπτές από την ανθρώπινη όσφρηση σε περίπτωση διαφυγής.
Η μέθοδος του αποκλεισμού και η ανθρωπογενής παρέμβαση
Οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα της διαρροής υγραερίου ακολουθώντας τη μέθοδο του αποκλεισμού. Αρχικά εξετάστηκε το ενδεχόμενο διαρροής από τις εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στη Ρεβυθούσα, όμως οι μετρήσεις δεν έδειξαν καμία αύξηση στα επίπεδα μεθανίου.
Στη συνέχεια απορρίφθηκε η πιθανότητα να πρόκειται για κάποιο φυσικό φαινόμενο που προέρχεται από τη θάλασσα, καθώς οι φυσικές αναθυμιάσεις δεν έχουν αυτή τη χαρακτηριστική μυρωδιά.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο καθηγητής εκτιμά ότι πρόκειται για μια μεγάλης έκτασης ανθρωπογενή εκπομπή, η οποία ενδέχεται να είναι προϊόν παράνομης δραστηριότητας.
Η πηγή της οσμής τοποθετείται είτε στη θάλασσα, όπως για παράδειγμα από την απόρριψη φορτίου ή μια διαρροή από κάποιο πλοίο, είτε σε χερσαία εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή του κόλπου της Ελευσίνας. Για να γίνει αισθητή σε τόσο μεγάλη έκταση και με τέτοια ένταση, πρόκειται αναμφίβολα για μια σημαντική ποσότητα, υπογράμμισε ο κ. Μιχαλόπουλος.
Το κενό στον τεχνολογικό εξοπλισμό
Η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης προσκρούει στην έλλειψη υποδομών. Μιλώντας στην τηλεοπτική εκπομπή «Newsroom», ο διευθυντής ερευνών του Αστεροσκοπείου επεσήμανε ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει τον απαραίτητο, υψηλού κόστους εξοπλισμό για την άμεση καταγραφή ενώσεων προπανίου και βουτανίου σε πραγματικό χρόνο.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι σχετικές αναλύσεις να γίνονται μόνο εκ των υστέρων, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά το έργο των αρχών για τον άμεσο εντοπισμό και την απόδοση ευθυνών στους υπαιτίους της ρύπανσης.