Αντιμέτωποι με ολοένα πιο έντονες και συχνές θερμικές εξάρσεις βρίσκονται εκατομμύρια Ευρωπαίοι, την ώρα που η δυνατότητά τους να προστατευτούν παραμένει περιορισμένη. Οι καύσωνες εξελίσσονται στη βασικότερη κλιματική ανησυχία των πολιτών, ενώ η ετοιμότητα των κρατών-μελών αμφισβητείται.
Το φετινό καλοκαίρι έκανε αισθητή την παρουσία του νωρίτερα από το αναμενόμενο, με θερμοκρασίες-ρεκόρ να καταγράφονται ήδη από τον Μάιο. Στη Γαλλία ο υδράργυρος έφτασε τους 37°C, στο Λονδίνο τους 34,8°C και στην Ιρλανδία τους 30,5°C, τιμές πρωτόγνωρες για την εποχή.
Παρά τις ακραίες συνθήκες, περίπου το 68% των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν διαθέτει βασικά μέσα δροσισμού, όπως κλιματιστικό ή ανεμιστήρα, σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος. Επιπλέον, σχεδόν τέσσερις στους δέκα δηλώνουν ότι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά στο κόστος αγοράς ή χρήσης τους.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο σε χώρες με υψηλές θερμοκρασίες, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ιταλία, όπου μεγάλα ποσοστά πολιτών δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκή ψύξη. Την ίδια στιγμή, σημαντικό μέρος του πληθυσμού είναι ηλικιωμένοι, γεγονός που αυξάνει την ευαλωτότητα απέναντι στη ζέστη.
Εναλλακτικές λύσεις, όπως σκίαση με τέντες ή παραθυρόφυλλα, απουσιάζουν επίσης από πολλές κατοικίες, ιδιαίτερα στις νότιες χώρες. Παράλληλα, περίπου οι μισοί Ευρωπαίοι δηλώνουν ότι βιώνουν ήδη υπερβολική ζέστη στο σπίτι ή στον χώρο εργασίας τους.
Σε επίπεδο τοπικών αρχών, η εικόνα παραμένει ανομοιογενής. Οι δημόσιοι χώροι με κλιματισμό είναι περιορισμένοι, ενώ οι παρεμβάσεις, όπως δενδροφυτεύσεις ή αλλαγές ωραρίων, εφαρμόζονται αποσπασματικά. Την ίδια ώρα, η έμφαση δίνεται κυρίως στην έκδοση προειδοποιήσεων για καύσωνες και λιγότερο σε προληπτικά μέτρα και ενημέρωση των πολιτών.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η Ευρώπη θερμαίνεται πιο γρήγορα από όσο προσαρμόζεται και οι πολίτες της παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, απροετοίμαστοι.