Η παραίτηση Στάρμερ από την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου επαναφέρει στο προσκήνιο τα ερωτήματα γύρω από την πορεία της συμφωνίας πώλησης των μαχητικών Eurofighter Typhoon στην Τουρκία. Ωστόσο, όσοι περιορίζουν την ανάλυση στις πολιτικές εξελίξεις του Λονδίνου κινδυνεύουν να χάσουν τη μεγάλη εικόνα. Το πραγματικό πρόβλημα της Άγκυρας δεν είναι η αλλαγή ενοίκου στην οδό Ντάουνινγκ 10. Είναι, ότι η τουρκική αεροπορία εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο χρόνος αρχίζει να λειτουργεί εις βάρος της.
Η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα στρατηγικό αδιέξοδο, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εύκολα. Ο αποκλεισμός της από το πρόγραμμα των F-35, ως συνέπεια της αγοράς των ρωσικών S-400, δημιούργησε ένα κενό το οποίο παραμένει ανοιχτό. Η συμφωνία για τα νέα και εκσυγχρονισμένα F-16 αποτελεί ασφαλώς μια σημαντική ενίσχυση, όμως δεν αρκεί για να καλύψει την απόσταση, που χωρίζει πλέον τις αεροπορίες, οι οποίες εισέρχονται στην εποχή των μαχητικών πέμπτης γενιάς, από εκείνες που παραμένουν στην προηγούμενη.
Η συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με την πορεία της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ενώ η Ελλάδα εισέρχεται σταδιακά στην εποχή των F-35, έχοντας ήδη εντάξει τα Rafale και ολοκληρώνοντας την αναβάθμιση των F-16 σε επίπεδο Viper, η Τουρκία καλείται να διαχειριστεί μια δύσκολη μεταβατική περίοδο. Εξακολουθεί να διαθέτει μία από τις ισχυρές αεροπορίες του ΝΑΤΟ, όμως για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να δημιουργηθεί ένα τεχνολογικά αξιόμαχο κενό ανάμεσα στις σημερινές δυνατότητές της και στις φιλοδοξίες της για το μέλλον.
Στη διεθνή στρατηγική βιβλιογραφία χρησιμοποιείται συχνά ο όρος «window of vulnerability», («παράθυρο ευπάθειας»), για να περιγράψει τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία μια στρατιωτική δύναμη αντιμετωπίζει προσωρινή μείωση της αποτρεπτικής της ισχύος, καθώς τα υφιστάμενα οπλικά συστήματα γερνούν πριν ενταχθούν πλήρως τα νέα, αυξάνοντας τη στρατηγική αβεβαιότητα. Πολλά από τα σημερινά δεδομένα δείχνουν, ότι η Τουρκία βρίσκεται ακριβώς μπροστά σε ένα τέτοιο παράθυρο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα Eurofighter δεν αποτελούν για την Άγκυρα μια επιλογή πολυτέλειας. Αποτελούν στρατηγική αναγκαιότητα. Είναι το μοναδικό δυτικό μαχητικό, που μπορεί να καλύψει σχετικά γρήγορα το επιχειρησιακό κενό μέχρι να ωριμάσει το πρόγραμμα του KAAN. Όμως, ακόμη και αυτό το σχέδιο συνοδεύεται από σημαντικές αβεβαιότητες. Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, το KAAN απέχει ακόμη από την πλήρη επιχειρησιακή του ένταξη, ενώ η ανάπτυξη κινητήρων, ηλεκτρονικών συστημάτων και πιστοποιήσεων παραμένει μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία.
Η παραίτηση του Στάρμερ έρχεται να προσθέσει μια ακόμη μεταβλητή. Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η συμφωνία για τα Eurofighter ανατρέπεται. Μπορεί όμως να προκαλέσει καθυστερήσεις, επανεξέταση προτεραιοτήτων ή διαφορετικές πολιτικές ισορροπίες στο Λονδίνο. Άλλωστε, το Eurofighter δεν αποτελεί αποκλειστικά βρετανικό πρόγραμμα. Είναι προϊόν ευρωπαϊκής κοινοπραξίας στην οποία συμμετέχουν επίσης Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία. Ιδιαίτερα το Βερολίνο εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς έχει επανειλημμένα συνδέσει τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων με ζητήματα κράτους δικαίου, περιφερειακής σταθερότητας και συνολικής συμπεριφοράς της Τουρκίας.
Την ίδια στιγμή, η ανάγκη της Άγκυρας για νέα μαχητικά δεν συνδέεται αποκλειστικά με την Ελλάδα. Οι επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, οι νέες ισορροπίες, που διαμορφώνονται στη Συρία και η συνολική αναβάθμιση της αεροπορικής ισχύος στην περιοχή, υποχρεώνουν την Τουρκία να επιταχύνει όλα τα εξοπλιστικά της προγράμματα. Δεν είναι τυχαίο, ότι επιδιώκει ταυτόχρονα την απόκτηση Eurofighter, την ολοκλήρωση της συμφωνίας για τα F-16 Block 70, την επιτάχυνση του KAAN και, μακροπρόθεσμα, δεν εγκαταλείπει την επιδίωξη επανένταξης στο πρόγραμμα των F-35.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η Βρετανία αντιμετωπίζει την υπόθεση αποκλειστικά μέσα από γεωπολιτικό πρίσμα. Για το Λονδίνο, η πιθανή πώληση των Eurofighter σημαίνει διατήρηση χιλιάδων θέσεων εργασίας, ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας και επιβεβαίωση του ρόλου της χώρας ως κορυφαίου εξαγωγέα προηγμένων αμυντικών συστημάτων. Τα οικονομικά και βιομηχανικά συμφέροντα που συνοδεύουν τη συμφωνία παραμένουν ισχυρά, ανεξάρτητα από την πολιτική αλλαγή στην κορυφή της βρετανικής κυβέρνησης.
Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς θριαμβολογίες αλλά και χωρίς εφησυχασμό. Τα «παράθυρα ευπάθειας» δεν παραμένουν ανοικτά επ’ αόριστον. Η Τουρκία διαθέτει ισχυρή αμυντική βιομηχανία, σημαντικούς οικονομικούς πόρους και κυρίως στρατηγική βούληση να καλύψει το κενό της. Για την Αθήνα, η πρόκληση δεν είναι να επενδύσει στις δυσκολίες της Άγκυρας, αλλά να αξιοποιήσει τον διαθέσιμο χρόνο ώστε να διευρύνει ακόμη περισσότερο το δικό της τεχνολογικό και επιχειρησιακό πλεονέκτημα.
Η παραίτηση του Στάρμερ μπορεί να καθυστερήσει αποφάσεις ή να μεταβάλει πολιτικές ισορροπίες. Δεν είναι όμως αυτή που θα καθορίσει το μέλλον της τουρκικής αεροπορίας. Εκείνο που θα το καθορίσει είναι αν η Άγκυρα θα κατορθώσει να κλείσει εγκαίρως το «παράθυρο ευπάθειας» που έχει ανοίξει απέναντι στους ανταγωνιστές της. Γιατί στη γεωπολιτική, ο χρόνος είναι πολλές φορές το πιο πολύτιμο -και το πιο ακριβό- οπλικό σύστημα.
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr