Σε εξέλιξη βρίσκεται μια βαθιά μεταβολή στη Δυτική Συμμαχία, καθώς η Ουάσιγκτον και η Άγκυρα φαίνεται να εισέρχονται σε τροχιά στρατηγικής επαναπροσέγγισης. Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, ξεπερνά τα όρια μιας τυπικής συνάντησης των ηγετών.
Η θερμή (στα λόγια) σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: ο Λευκός Οίκος επανατοποθετεί την Τουρκία στο επίκεντρο του σχεδιασμού του, αναγνωρίζοντας το μέγεθος και τη γεωγραφική της αξία σε κρίσιμα μέτωπα όπως η Μαύρη Θάλασσα, η Μέση Ανατολή και η Ουκρανία, παραμερίζοντας παράλληλα κάθε κριτική για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου, τις απειλές στα γειτονικά κράτη ή την κατοχή στην Κύπρο.
Αυτή η εξέλιξη δοκιμάζει άμεσα την ελληνική στρατηγική των τελευταίων ετών. Η Αθήνα είχε επενδύσει στην παραδοχή ότι η Τουρκία θα παρέμενε για καιρό στο περιθώριο λόγω των ρωσικών S-400, εξασφαλίζοντας για την Ελλάδα ένα σχεδόν αποκλειστικό πλεονέκτημα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν επιλέγει συμμάχους, αλλά προσπαθεί να κρατήσει και τις δύο χώρες κοντά της.
Το κρίσιμο ερώτημα για την κυβέρνηση είναι αν υπήρξε έγκαιρη διπλωματική προετοιμασία και κινητοποίηση ώστε να τεθούν όροι στις αμερικανοτουρκικές αμυντικές συμφωνίες, ή αν η ελληνική πλευρά επαναπαύτηκε στις ισορροπίες του χθες, εμφανιζόμενη δημόσια περισσότερο καθησυχαστική παρά προετοιμασμένη για μια στρατηγική ανατροπή.
Το εξοπλιστικό «παράθυρο» και οι ελληνικές άμυνες
Το πρώτο απτό δείγμα της αμερικανοτουρκικής επαναπροσέγγισης είναι η πρόθεση του Τραμπ να εγκρίνει την πώληση αεροκινητήρων F-110, ύψους 700 εκατ. δολαρίων, για το τουρκικό μαχητικό KAAN, γεγονός που αποτελεί την πρώτη σημαντική αμυντική παραχώρηση των ΗΠΑ μετά την κρίση των S-400. Αν και το Κογκρέσο μπλοκάρει ακόμα την επιστροφή της Άγκυρας στα F-35, η έναρξη και μόνο ενός σχετικού πολιτικού διαλόγου αλλάζει τα δεδομένα.
Η Ελλάδα διατηρεί αυτή τη στιγμή ένα σαφές ποιοτικό πλεονέκτημα στους αιθέρες (Rafale, F-16 Viper, επικείμενα F-35) και στη θάλασσα (Belharra), όμως η εξίσωση ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο θα αλλάξει αισθητά την επόμενη πενταετία αν η Τουρκία ενισχυθεί με ταχύτερους ρυθμούς από αυτούς που είχε προβλέψει η ελληνική πλευρά.
Παράλληλα, έντονο προβληματισμό προκαλεί η στάση του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος πλέκει το εγκώμιο της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, θεωρώντας τη χώρα-κλειδί για την ευρωατλαντική άμυνα και τον κατευνασμό του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος θα δώσει το «παρών» σε μία ελεγχόμενη κοινή συνεδρίαση των ηγετών.
Η ελληνική κυβέρνηση ξεκαθαρίζει πάντως ότι όσο παραμένει σε ισχύ το τουρκικό casus belli, δεν πρόκειται να συναινέσει στη συμμετοχή της Άγκυρας στα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα άμυνας (SAFE II και ReArm).
Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, σκεπτικισμός καταγράφεται και για τη στάση της ΕΕ, η οποία μέσω πρόσφατων επισκέψεων κορυφαίων αξιωματούχων (Κάλας, Κος, Μπρούνερ) δείχνει να αναζητά ένα μοντέλο σχέσεων με την Άγκυρα όπου οι αμυντικές προτεραιότητες διαχωρίζονται πλήρως από την ενταξιακή της πορεία.
Το πρόγραμμα των εργασιών της Συνόδου
Οι επίσημες διαδικασίες ξεκινούν σήμερα Δευτέρα με τη συνέντευξη Τύπου του Μαρκ Ρούτε στις 16:45. Το αυριανό πρόγραμμα (Τρίτη 7 Ιουλίου) είναι αφιερωμένο στο Φόρουμ Αμυντικών Βιομηχανιών του ΝΑΤΟ με ομιλίες υψηλού επιπέδου, ενώ στις 14:00 θα πραγματοποιηθεί κοινή συνέντευξη Τύπου του Γενικού Γραμματέα με τον πρόεδρο της Ουκρανίας. Το βράδυ της Τρίτης, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα παραθέσει επίσημο δείπνο προς τιμήν των αρχηγών κρατών, παρουσία των ηγετών της Ουκρανίας, της Νότιας Κορέας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ θα ακολουθήσουν τα δείπνα εργασίας των υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας.
Η κορύφωση της 36ης Συνόδου θα λάβει χώρα την Τετάρτη 8 Ιουλίου, με την επίσημη υποδοχή των ηγετών στις 10:45, την οικογενειακή φωτογραφία και την έναρξη των εργασιών του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου στις 11:15, με τις τελικές ανακοινώσεις να αναμένονται στις 15:00.