Σε ευρεία επαναξιολόγηση και άνοιγμα χιλιάδων φορολογικών φακέλων προχωρά η ΑΑΔΕ, βάζοντας στο στόχαστρο τραπεζικές καταθέσεις, δηλώσεις εισοδήματος, υποθέσεις ΦΠΑ και στοιχεία ακίνητης περιουσίας.
Στόχος των ελεγκτικών αρχών είναι η άμεση ολοκλήρωση των διασταυρώσεων και η επιβολή των αναλογούντων καταλογισμών πριν από το τέλος του 2026, όταν και εκπνέει η προθεσμία παραγραφής για πληθώρα εκκρεμών υποθέσεων.
Για την επίσπευση της διαδικασίας, οι ελεγκτές αξιοποιούν ψηφιακά εργαλεία και ειδικότερα το Σύστημα Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών και Πληρωμών. Το συγκεκριμένο σύστημα παρέχει τη δυνατότητα άμεσης σύγκρισης των τραπεζικών ροών με τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί στην Εφορία.
Η ΑΑΔΕ δίνει απόλυτη προτεραιότητα σε υποθέσεις υψηλού φορολογικού ενδιαφέροντος, όπου καταγράφονται ενδείξεις αδικαιολόγητης αύξησης περιουσίας ή σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ τραπεζικών κινήσεων και φορολογικών δηλώσεων.
Ποιες φορολογικές χρήσεις βρίσκονται στο μικροσκόπιο
Οι έλεγχοι επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες και έτη, ανάλογα με το ισχύον πλαίσιο παραγραφής:
Χρήση 2022: Αφορά επιχειρήσεις και επαγγελματίες με ηλεκτρονική τιμολόγηση μέσω παρόχου. Για τις περιπτώσεις αυτές ισχύει τριετής προθεσμία, με το δικαίωμα ελέγχου να εκπνέει στις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Χρήση 2020: Εξετάζεται βάσει του γενικού κανόνα της πενταετούς παραγραφής, περιλαμβάνοντας τον έλεγχο των τραπεζικών κινήσεων του ίδιου έτους.
Χρήση 2015: Αφορά υποθέσεις στις οποίες εντοπίζονται νέα ή συμπληρωματικά στοιχεία, καθώς και περιπτώσεις εμπλοκής με εικονικά ή πλαστά φορολογικά στοιχεία, που εμπίπτουν στη δεκαετή παραγραφή.
Χρήσεις έως και το 2010: Καλύπτουν εξαιρετικές περιπτώσεις πλήρους παράλειψης ή εκπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης, όπου ο νόμος επιτρέπει την επέκταση της παραγραφής έως και τη δεκαπενταετία.
Ψηφιακά εργαλεία και στόχευση
Η διαδικασία ελέγχου βασίζεται στη συστηματική διασταύρωση των στοιχείων του Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών με τις υποβληθείσες δηλώσεις. Όπου διαπιστώνονται ουσιαστικές αποκλίσεις, οι φάκελοι επανεξετάζονται εξ ολοκλήρου για τον καταλογισμό των διαφευγόντων φόρων και των προβλεπόμενων προστίμων, διασφαλίζοντας ότι το Δημόσιο δεν θα απωλέσει θεσμοθετημένα έσοδα λόγω παραγραφής.