Η ταυτόχρονη κλιμάκωση των μετώπων στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και την Ταϊβάν φέρνει στην επιφάνεια μια δομική αδυναμία της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας: τη δραματική έλλειψη πυραύλων αναχαίτισης Patriot (PAC-3) και THAAD.
Η παράδοση μιας ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία για την αντιμετώπιση των επιθέσεων των Χούθι, σε συνδυασμό με την αποκάλυψη της ουκρανικής αεροπορίας ότι η κατάρριψη ρωσικών βαλλιστικών πυραύλων έπεσε στο μόλις 15% τον Ιούλιο λόγω εξάντλησης των αποθεμάτων, αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος.
Τα αμερικανικά αποθέματα έχουν συρρικνωθεί κατά δύο τρίτα από τις αρχές του έτους, καθώς η ετήσια παγκόσμια παραγωγή (λιγότεροι από 1.000 πυραύλους ετησίως) είναι αδύνατον να καλύψει τις ταυτόχρονες ανάγκες 20 συμμάχων των ΗΠΑ.
Παρά την πρόσφατη υπογραφή επταετούς συμβολαίου ύψους 58,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων με τη Lockheed Martin για τον τριπλασιασμό της παραγωγής, η επίλυση της κρίσης καθυστερεί λόγω φυσικών και τεχνολογικών περιορισμών.
Η παραγωγή εξαρτάται από έναν εξειδικευμένο προμηθευτή πυραυλοκινητήρων στερεού καυσίμου (Aerojet Rocketdyne) και απαιτεί χρονοβόρες διαδικασίες (φούρνοι σκλήρυνσης, θάλαμοι ακτινογραφικού ελέγχου), με τον χρόνο κατασκευής ενός κινητήρα να φτάνει τους 24 έως 30 μήνες. Ως εκ τούτου, η αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας δεν αναμένεται πριν από το 2030.
Το πρόβλημα αποτυπώνεται ήδη στην Ταϊβάν, όπου οι παραγγελίες εξοπλισμού παρουσιάζουν καθυστερήσεις ετών, αποδεικνύοντας ότι η εφοδιαστική αλυσίδα είχε φτάσει στα όριά της πριν από τις τρέχουσες κρίσεις.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι το επικρατέστερο σενάριο για το επόμενο διάστημα είναι η σιωπηρή διανομή με το σταγονόμετρο των διαθέσιμων πυραύλων μεταξύ των τριών μετώπων, ενώ μια τυχόν νέα έξαρση των εχθροπραξιών θα υποχρεώσει την Ουάσινγκτον σε δημόσιες και επώδυνες επιλογές προτεραιοποίησης.