Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει ως σχεδόν συνηθισμένη τη μυστική επίσκεψη του διευθυντή της CIA, Τζον Ράτκλιφ, στη Μόσχα. Χρησιμοποίησε μάλιστα μόλις δύο λέξεις, χαρακτηρίζοντάς την «semi-routine». Ωστόσο, τα χαρακτηριστικά της αποστολής κάθε άλλο παρά παραπέμπουν σε μια τυπική υπηρεσιακή συνάντηση.
Ο επικεφαλής της CIA ταξίδεψε αιφνιδιαστικά στη ρωσική πρωτεύουσα με αμερικανικό στρατιωτικό αεροσκάφος και συναντήθηκε με κορυφαία στελέχη των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών, μεταξύ των οποίων ο Σεργκέι Ναρίσκιν, επικεφαλής της SVR και στενός συνεργάτης του Βλαντίμιρ Πούτιν σε θέματα ασφαλείας. Ο ίδιος ο Ράτκλιφ δεν συναντήθηκε με τον Ρώσο πρόεδρο, ωστόσο το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε ότι ο Πούτιν ενημερώθηκε για το περιεχόμενο των επαφών.
Η CIA δεν έχει δημοσιοποιήσει λεπτομέρειες για την αποστολή, ενώ ο Τραμπ αρνήθηκε ότι μεταφέρθηκε στη Μόσχα κάποιο ειδικό μήνυμα σχετικά με το ΝΑΤΟ ή το Ιράν. Αμερικανικές πληροφορίες που επικαλείται, ωστόσο, η Wall Street Journal παρουσιάζουν διαφορετική εικόνα.
Σύμφωνα με αυτές, βασικός στόχος ήταν να προειδοποιηθεί η Ρωσία να μην προχωρήσει σε ενέργεια εναντίον χώρας του ΝΑΤΟ, την ώρα που οι αμερικανικές υπηρεσίες εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο μιας περιορισμένης ρωσικής κίνησης στην περιοχή της Βαλτικής.
Γιατί ο επικεφαλής της CIA μεταβαίνει στη Μόσχα
Η Ουάσιγκτον διαθέτει πολλούς διπλωματικούς διαύλους για να μεταφέρει μηνύματα στη ρωσική ηγεσία. Η επιλογή, όμως, του διευθυντή της CIA έχει διαφορετικό συμβολισμό και βαρύτητα.
Μια απευθείας συνομιλία μεταξύ του επικεφαλής της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών και του αρχηγού της SVR αφορά όχι μόνο πολιτικές εκτιμήσεις, αλλά και πληροφορίες για στρατιωτικές προετοιμασίες, επιχειρησιακά σχέδια και κινήσεις της ρωσικής ηγεσίας. Το μήνυμα μπορεί να μεταφερθεί χωρίς να αποκαλυφθούν οι πηγές και οι τρόποι με τους οποίους η Ουάσιγκτον έχει αποκτήσει πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες.
Ακριβώς αυτό είχε συμβεί και το 2021, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή επίσκεψη.
Οι αμερικανικές εκτιμήσεις δεν δείχνουν ότι ο Πούτιν έχει λάβει απόφαση για εισβολή σε χώρα του ΝΑΤΟ. Το σενάριο που προβληματίζει περισσότερο είναι διαφορετικό: μια περιορισμένη και ελεγχόμενη επιχείρηση, αρκετά σοβαρή ώστε να δοκιμάσει την αποφασιστικότητα της Συμμαχίας, αλλά ταυτόχρονα αρκετά αμφίσημη ώστε να προκαλέσει διαφωνίες για το εάν συνιστά επίθεση που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ενεργοποίηση του Άρθρου 5.
Η Βαλτική στο επίκεντρο των ανησυχιών
Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία θεωρούνται εδώ και χρόνια από τα πιο ευαίσθητα σημεία της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Μια πιθανή ρωσική «δοκιμή» δεν θα απαιτούσε κατ’ ανάγκη μια μεγάλης κλίμακας εισβολή στα πρότυπα της Ουκρανίας.
Θα μπορούσε να λάβει τη μορφή περιορισμένης στρατιωτικής εισβολής, δολιοφθοράς, κυβερνοεπίθεσης, επιχείρησης με drones ή άλλης ενέργειας που θα άφηνε περιθώριο στη Μόσχα να αρνηθεί αρχικά οποιαδήποτε εμπλοκή. Πρόκειται για τη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη», στην οποία εντάσσεται μεγάλο μέρος των υβριδικών επιχειρήσεων που αποδίδονται στη Ρωσία στην Ευρώπη.
Το κρίσιμο ζήτημα για το ΝΑΤΟ θα ήταν τότε πολιτικό όσο και στρατιωτικό: πόσο γρήγορα θα μπορούσαν τα 32 κράτη-μέλη να συμφωνήσουν ότι μια συγκεκριμένη ενέργεια αποτελεί ρωσική επίθεση και απαιτεί συλλογική αντίδραση;
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο διάδρομος του Σουβάλκι, μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας. Η στενή αυτή λωρίδα γης συνδέει τις χώρες της Βαλτικής με την υπόλοιπη επικράτεια του ΝΑΤΟ, ενώ ανάμεσα στη Λευκορωσία και το ρωσικό Καλίνινγκραντ αποτελεί διαχρονικά σημείο μεγάλης στρατηγικής σημασίας.
Εάν πράγματι το μήνυμα του Ράτκλιφ προς τη Μόσχα αφορούσε τη Βαλτική, το βασικό ζητούμενο θα ήταν να καταστεί σαφές ότι ακόμη και μια περιορισμένη επίθεση δεν θα έδινε στις ΗΠΑ τη δυνατότητα να παραμείνουν εκτός της κρίσης.
Προηγούμενες αποστολές της CIA στη Μόσχα
Η επίσκεψη Ράτκλιφ αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον εάν συγκριθεί με προηγούμενες μεταβάσεις διευθυντών της CIA στη ρωσική πρωτεύουσα. Πρόκειται για σχετικά σπάνιες αποστολές, οι οποίες συνήθως πραγματοποιήθηκαν σε περιόδους ιδιαίτερα κρίσιμων εξελίξεων στις αμερικανορωσικές σχέσεις.
Το 1992, λίγο μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ο Ρόμπερτ Γκέιτς ταξίδεψε στη Μόσχα και συναντήθηκε με τον Μπόρις Γέλτσιν και τον Γεβγκένι Πριμακόφ. Την εποχή εκείνη οι δύο χώρες επιχειρούσαν να δημιουργήσουν νέους διαύλους συνεργασίας σε ζητήματα όπως η διάδοση πυρηνικών όπλων, η τρομοκρατία, τα ναρκωτικά και το οργανωμένο έγκλημα.
Το 1993 ακολούθησε ο Τζέιμς Γούλσι, ο οποίος συζήτησε επί ημέρες με τον Πριμακόφ θέματα διεθνούς τρομοκρατίας, όπλων μαζικής καταστροφής και ναρκωτικών.
Το 2000, ο Τζορτζ Τένετ βρέθηκε επίσης στη Μόσχα, με την τρομοκρατία και τη διακίνηση ναρκωτικών να βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας. Το 2010, ο Λίον Πανέτα ταξίδεψε στη ρωσική πρωτεύουσα, στο πλαίσιο της προσπάθειας επαναπροσέγγισης Ουάσιγκτον και Μόσχας επί κυβέρνησης Ομπάμα.
Το 2016, ο Τζον Μπρέναν πραγματοποίησε μυστική επίσκεψη στη Μόσχα, εν μέσω του πολέμου στη Συρία. Οι επαφές του με τις ρωσικές υπηρεσίες είχαν ως στόχο να διατηρηθούν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας και να αποφευχθεί μια ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών.
Το προηγούμενο του 2021
Η πιο σημαντική σύγκριση, ωστόσο, είναι αυτή με την αποστολή του Γουίλιαμ Μπερνς τον Νοέμβριο του 2021.
Ο τότε διευθυντής της CIA είχε σταλεί στη Μόσχα από τον Τζο Μπάιντεν και συναντήθηκε με τον Νικολάι Πατρούσεφ και τον Σεργκέι Ναρίσκιν. Ο Πούτιν δεν βρισκόταν στη Μόσχα και δεν συναντήθηκε μαζί του, αλλά είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Μπερνς.
Επισήμως, οι συζητήσεις αφορούσαν τις διμερείς σχέσεις, την κυβερνοασφάλεια και άλλα ζητήματα. Στο παρασκήνιο, όμως, η Ουάσιγκτον είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά για τη συγκέντρωση ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων γύρω από την Ουκρανία.
Η αμερικανική πλευρά εκτιμούσε τότε ότι ο Πούτιν εξέταζε πραγματικά το ενδεχόμενο μιας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης. Η αποστολή Μπερνς είχε, μεταξύ άλλων, στόχο να καταστήσει σαφές ότι οι ΗΠΑ γνώριζαν τις ρωσικές προετοιμασίες και ότι μια εισβολή θα είχε πολύ σοβαρές συνέπειες.
Λίγους μήνες αργότερα, η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία.
Το προηγούμενο αυτό εξηγεί γιατί η επίσκεψη Ράτκλιφ δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί απλώς ως μια «συνηθισμένη» υπηρεσιακή συνάντηση. Πριν από πέντε χρόνια, η Ουάσιγκτον έστειλε τον διευθυντή της CIA στη Μόσχα όταν θεωρούσε ότι η Ρωσία πλησίαζε σε μια απόφαση που μπορούσε να αλλάξει δραστικά την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Σήμερα, η επιλογή επαναλαμβάνεται σε ένα διαφορετικό αλλά εξίσου τεταμένο περιβάλλον.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης
Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, χωρίς η Ρωσία να έχει πετύχει την αποφασιστική νίκη που επιδίωκε όταν ξεκίνησε την εισβολή. Παράλληλα, οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας έχουν μεταφέρει μέρος των εχθροπραξιών βαθύτερα στη ρωσική επικράτεια, πλήττοντας ενεργειακές εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και στρατιωτικούς στόχους.
Η Μόσχα υποστηρίζει σταθερά ότι η Ουκρανία δεν δρα μόνη της, αλλά αξιοποιεί δυτικά όπλα, πληροφορίες και τεχνολογία, γεγονός που, σύμφωνα με το Κρεμλίνο, σημαίνει ότι η Ρωσία βρίσκεται ήδη σε έμμεση αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ.
Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τους δυτικούς σχεδιασμούς είναι μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει η ρωσική απάντηση.
Η κλιμάκωση μπορεί να περιοριστεί στην Ουκρανία, με εντατικοποίηση των πυραυλικών και drone επιθέσεων. Μπορεί επίσης να επεκταθεί στον υβριδικό πόλεμο, μέσω κυβερνοεπιθέσεων, δολιοφθορών, εμπρησμών, παρεμβολών και άλλων ενεργειών που είναι δύσκολο να αποδοθούν άμεσα σε κρατικό παράγοντα.
Το πιο επικίνδυνο σενάριο θα ήταν μια προσπάθεια να δοκιμαστεί στην πράξη η αξιοπιστία της αμερικανικής δέσμευσης στο Άρθρο 5, μέσω μιας περιορισμένης, σύντομης και σκόπιμα αμφίσημης επίθεσης.
Το μήνυμα που κρύβεται πίσω από τη σιωπή
Υπάρχουν, πάντως, και άλλες πιθανές εξηγήσεις για την επίσκεψη. Η Ρωσία αποτελεί σημαντικό στρατηγικό εταίρο του Ιράν και η Ουάσιγκτον έχει κάθε λόγο να θέλει να γνωρίζει το επίπεδο της ρωσικής υποστήριξης προς την Τεχεράνη. Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, το Ιράν ήταν μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν.
Στην ατζέντα θα μπορούσαν επίσης να βρίσκονται η Ουκρανία, πιθανές ανταλλαγές κρατουμένων ή ρωσικές στρατιωτικές προετοιμασίες. Καμία από αυτές τις πληροφορίες δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημα.
Αυτό που είναι γνωστό, όμως, είναι ότι ο διευθυντής της CIA μετέβη μυστικά στη Μόσχα, συναντήθηκε με τον επικεφαλής της ρωσικής εξωτερικής κατασκοπείας και στη συνέχεια ο Βλαντίμιρ Πούτιν ενημερώθηκε για τις συνομιλίες.
Πρόκειται για την πρώτη γνωστή επίσκεψη διευθυντή της CIA στη ρωσική πρωτεύουσα μετά τον Νοέμβριο του 2021 και την πρώτη μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Η σύγκριση με την αποστολή Μπερνς δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη βρίσκεται στα πρόθυρα ενός νέου πολέμου. Δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τα διαθέσιμα στοιχεία. Δείχνει, όμως, ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την επικοινωνία με τη Μόσχα ως ζήτημα υψηλού στρατηγικού κινδύνου.
Οι Αμερικανοί πρόεδροι δεν στέλνουν συχνά στη Μόσχα τον άνθρωπο που έχει την πιο άμεση εικόνα για τις ρωσικές προθέσεις. Το έκαναν τον Νοέμβριο του 2021. Και το έκαναν ξανά αυτή την εβδομάδα.