Έντονα επικριτική απέναντι στην ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία είναι η ανάλυση του τουρκικού πρακτορείου Anadolu, με αφορμή τη συμφωνία ύψους 3,1 δισ. ευρώ για την προμήθεια ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας, με αιχμή το «David's Sling» («Δαυίδ») και άλλα συστήματα μέσης και μεγάλης εμβέλειας.
Το Anadolu παρουσιάζει τη συμφωνία μέσα από μια σαφώς τουρκική και επικριτική οπτική, αμφισβητώντας τους λόγους που οδήγησαν την Αθήνα να ενισχύσει τόσο σημαντικά τη στρατιωτική της συνεργασία με το Ισραήλ.
Όπως αναφέρει, παρότι κάθε κράτος έχει δικαίωμα να ενισχύει την άμυνά του απέναντι σε πυραυλικές επιθέσεις, αεροσκάφη και drones, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η Ελλάδα επιλέγει αυτή τη χρονική στιγμή να επενδύσει τόσο μεγάλο μέρος των αμυντικών της πόρων σε ισραηλινή τεχνολογία.
Στην ανάλυση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο πρόγραμμα «Ασπίδα του Αχιλλέα», για το οποίο είχε προβλεφθεί συνολική χρηματοδότηση περίπου 4,2 δισ. ευρώ. Το Anadolu υποστηρίζει ότι σημαντικό μέρος αυτών των χρημάτων κατευθύνεται πλέον προς το Ισραήλ και θέτει το ερώτημα γιατί η Αθήνα επέλεξε συγκεκριμένα το Τελ Αβίβ ως βασικό τεχνολογικό εταίρο.
Από την ισραηλινή πλευρά, το τουρκικό πρακτορείο αποδίδει στη συμφωνία ευρύτερες γεωπολιτικές επιδιώξεις. Υποστηρίζει ότι το Ισραήλ επιχειρεί να ενισχύσει τις σχέσεις του με χώρες του ΝΑΤΟ και να βελτιώσει τη διεθνή εικόνα του, σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνονται οι διεθνείς επικρίσεις για τις επιχειρήσεις του στη Γάζα.
Η ανάλυση συνδέει μάλιστα την αμυντική συνεργασία Αθήνας-Τελ Αβίβ με τη γενικότερη περιφερειακή αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Υποστηρίζει ότι οι ισραηλινές στρατιωτικές ενέργειες στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον Λίβανο, έχουν συμβάλει στην κλιμάκωση των εντάσεων και παρουσιάζει τη συμφωνία με την Ελλάδα ως μέρος αυτής της ευρύτερης δυναμικής.
Παράλληλα, το τουρκικό πρακτορείο κάνει αναφορά και στη Φινλανδία, η οποία αναμένεται να εντάξει στο οπλοστάσιό της το σύστημα «David's Sling» έως το 2027. Με αυτό το δεδομένο, διερωτάται εάν η αυξανόμενη εξαγωγή ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας σε χώρες του ΝΑΤΟ αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής του Ισραήλ για την ενίσχυση της παρουσίας του εντός της Συμμαχίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ανάλυση υποστηρίζει ότι το Ισραήλ επιχειρεί να εμφανιστεί περισσότερο ως αμυντικός και ειρηνικός εταίρος, παρά ως δύναμη που προκαλεί περιφερειακές εντάσεις. Το Anadolu θεωρεί ότι η συγκεκριμένη πολιτική ενδέχεται να δημιουργεί νέες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με το Anadolu, η υλοποίηση της συμφωνίας εξαρτάται από την αμερικανική έγκριση, καθώς η Ουάσιγκτον διατηρεί λόγο στη μεταφορά συγκεκριμένων τεχνολογιών και δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας σε τρίτες χώρες. Το τουρκικό πρακτορείο θέτει έτσι το ερώτημα κατά πόσο οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να στηρίζουν την εξαγωγή ισραηλινής αμυντικής τεχνολογίας σε συμμάχους του ΝΑΤΟ.
Το Anadolu ασκεί παράλληλα κριτική και στην οικονομική διάσταση της συμφωνίας. Υποστηρίζει ότι, παρά την αξία των 3,1 δισ. ευρώ, μόνο περίπου το ένα τέταρτο της επένδυσης αναμένεται, σύμφωνα με την ανάλυση, να επιστρέψει στην ελληνική οικονομία μέσω της συμμετοχής ελληνικών εταιρειών στην παραγωγική διαδικασία.
Το τουρκικό πρακτορείο θέτει επίσης το ζήτημα της σκοπιμότητας μιας τόσο μεγάλης αμυντικής δαπάνης, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να κατευθύνει περισσότερους πόρους σε εγχώριες επενδύσεις και στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Ιδιαίτερα αιχμηρό είναι το σημείο της ανάλυσης όπου το Anadolu αφήνει να εννοηθεί ότι η ισραηλινή αμυντική συνεργασία με την Ελλάδα θα μπορούσε να επηρεάσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το πρακτορείο διερωτάται εάν η εξαγωγή ισραηλινής στρατιωτικής τεχνολογίας στην Ελλάδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καλλιέργεια μεγαλύτερης καχυποψίας απέναντι στην Τουρκία.
Σε αυτό το σημείο, προβάλλει μια ιδιαίτερα θετική εικόνα για την Τουρκία, χαρακτηρίζοντάς την ανερχόμενη και ολοένα πιο σημαντική περιφερειακή δύναμη και υποστηρίζοντας ότι το Ισραήλ φέρεται να αντιμετωπίζει με ανησυχία την ενίσχυση του τουρκικού ρόλου.
Συνολικά, η ανάλυση του Anadolu δεν περιορίζεται στην οικονομική ή στρατιωτική αξιολόγηση της συμφωνίας, αλλά την εντάσσει σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση για τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
Υποστηρίζει ότι η ενίσχυση των δεσμών Ελλάδας και Ισραήλ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας περαιτέρω διχασμού στην Ευρώπη και τη Συμμαχία, χαρακτηρίζοντας εμμέσως την ισραηλινή αμυντική τεχνολογία ως πιθανό «Δούρειο Ίππο» για την προώθηση ευρύτερων γεωπολιτικών επιδιώξεων.
Πρόκειται, επομένως, για μια ανάλυση που αποτυπώνει ξεκάθαρα την τουρκική οπτική απέναντι στην ελληνοϊσραηλινή αμυντική προσέγγιση, με το Anadolu να αντιμετωπίζει τη συμφωνία όχι απλώς ως εξοπλιστική αμυντική επιλογή της Αθήνας και απέναντι στον Τούρκικο αναθεωρητισμού, αλλά ως εξέλιξη με ευρύτερες επιπτώσεις στις ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου, στις σχέσεις εντός του ΝΑΤΟ και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.