Η Ανατολική Μεσόγειος δεν δοκιμάζει μόνο τις αντοχές των διπλωματικών σχέσεων. Δοκιμάζει και την ικανότητα των κρατών να προστατεύσουν στην πράξη τις υποδομές, τις ενεργειακές τους επιλογές και τα δικαιώματά τους.
Γι’ αυτό η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να παραμένει ένα ζήτημα που επανέρχεται κάθε φορά ως πολιτική συζήτηση και αποσύρεται μόλις εμφανιστούν οι δυσκολίες.
Η συγκυρία είναι συγκεκριμένη. Η Βουλή της Λιβύης ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ενώ η Αθήνα και το Κάιρο συζητούν επέκταση της μεταξύ τους οριοθέτησης προς την Κύπρο. Ταυτόχρονα, ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών δηλώνει ότι η Λευκωσία είναι έτοιμη για οριοθέτηση με την Ελλάδα και ότι η τεχνική προεργασία έχει ολοκληρωθεί. Εκείνο που λείπει, όπως είπε, είναι η πολιτική απόφαση στο ανώτατο επίπεδο.
Αυτή η απόφαση δεν ισοδυναμεί με ανακήρυξη κυριαρχίας σε μια νέα θαλάσσια περιοχή. Η ΑΟΖ αφορά κυριαρχικά δικαιώματα και αρμοδιότητες για πόρους και δραστηριότητες· δεν αποτελεί προέκταση της εθνικής επικράτειας. Το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει ότι η οριοθέτηση γίνεται με συμφωνία, στη βάση του διεθνούς δικαίου και με στόχο μια δίκαιη λύση.
Προβλέπει, επίσης, προσπάθεια για πρακτικές προσωρινές διευθετήσεις όσο οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη. Συνεπώς, η έναρξη συνομιλιών δεν σημαίνει ότι Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να προκαταλάβουν κάθε λεπτομέρεια ή να αγνοήσουν τα δικαιώματα τρίτων κρατών.
Η καθυστέρηση, όμως, έχει πλέον και πρακτικό κόστος. Ο Great Sea Interconnector, το ευρωπαϊκά συγχρηματοδοτούμενο καλώδιο που σχεδιάζεται να συνδέσει την Κύπρο με την Ελλάδα και αργότερα το Ισραήλ, δεν είναι απλώς ένα ενεργειακό έργο.
Είναι κρίσιμη υποδομή που θα μπορούσε να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου και να τη συνδέσει πιο σταθερά με το ευρωπαϊκό δίκτυο. Οι έρευνες για τη διαδρομή του, ωστόσο, έχουν βρεθεί στο επίκεντρο διαφωνιών με την Άγκυρα, η οποία συνδέει την περιοχή με το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Εδώ βρίσκεται η στρατηγική διάσταση.
Όταν η υλοποίηση μιας ευρωπαϊκής υποδομής συναντά αμφισβητήσεις για το ποιος έχει δικαίωμα να επιτρέπει ή να εμποδίζει έρευνες, η απουσία συμφωνημένου πλαισίου αφήνει χώρο για τετελεσμένα. Δεν αρκεί, επομένως, να επικαλούνται Αθήνα και Λευκωσία το διεθνές δίκαιο.
Χρειάζεται να το εντάξουν σε μια συγκεκριμένη διαδικασία που αφορά πολιτική απόφαση για έναρξη συνομιλιών, τεχνική διαπραγμάτευση, στενός συντονισμός με την Αίγυπτο και σεβασμός των δικαιωμάτων κάθε άλλου κράτους.
Η Ελλάδα έχει ήδη συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αντίστοιχες συμφωνίες με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο. Μια συμφωνία μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας δεν θα έλυνε από μόνη της όλες τις διαφορές της Ανατολικής Μεσογείου. Θα έστελνε, όμως, ένα καθαρό μήνυμα ότι οι δύο χώρες δεν αφήνουν τη δική τους εκκρεμότητα να καθορίζει το περιθώριο κινήσεών τους.
Η τουρκική αντίδραση δεν πρέπει να αγνοηθεί. Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως δικαίωμα αρνησικυρίας πριν καν αρχίσει η συζήτηση. Το διακύβευμα δεν είναι μια συμβολική γραμμή στον χάρτη. Είναι αν η ενεργειακή σύνδεση της Κύπρου με την Ελλάδα και την Ευρώπη θα στηρίζεται σε συμφωνημένη στρατηγική ή θα παραμένει εκτεθειμένη στις πιέσεις εκείνου που αμφισβητεί το πλαίσιο.
Η οριοθέτηση δεν δημιουργεί από μόνη της ασφάλεια· η αδράνεια, όμως, δημιουργεί χώρο για να την υπονομεύσουν άλλοι.
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr