Από την ηγεσία του ισραηλινού στρατού και τη συμμετοχή στο πολεμικό συμβούλιο του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο Γκάντι Άιζενκοτ εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς πολιτικούς αντιπάλους του Ισραηλινού πρωθυπουργού. Ο 66χρονος επικεφαλής του κόμματος Γιασάρ βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των μετεκλογικών διεργασιών στο Ισραήλ, όπου κανένα από τα δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα δεν εξασφαλίζει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Παρά τη σύγκρουσή του με τον Νετανιάχου, ο Άιζενκοτ διατηρεί σκληρές θέσεις στο Παλαιστινιακό, απορρίπτοντας τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους και ζητώντας τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς.
Ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων εισήλθε στην πολιτική το 2022, ωστόσο η επιρροή του ενισχύθηκε σημαντικά μετά τη ρήξη του με τον Νετανιάχου για τη διαχείριση του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 ίδρυσε το δικό του κόμμα, Γιασάρ, όνομα που στα εβραϊκά σημαίνει «ευθύς». Κατά τους μήνες που προηγήθηκαν των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου 2026, εμφανιζόταν σε σειρά δημοσκοπήσεων να προηγείται του Νετανιάχου στο ερώτημα για την καταλληλότητα ανάληψης της πρωθυπουργίας.
Ωστόσο, η εκλογική αναμέτρηση ανέδειξε ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, στο οποίο ο σχηματισμός κυβέρνησης παραμένει σύνθετη υπόθεση.
Από την ταξιαρχία Γκολάνι στην ηγεσία του ισραηλινού στρατού
Ο Γκάντι Άιζενκοτ γεννήθηκε στην Τιβεριάδα από γονείς μετανάστες από το Μαρόκο και μεγάλωσε στο Εϊλάτ, στο νότιο Ισραήλ.
Κατατάχθηκε στον στρατό το 1978, σε ηλικία 18 ετών, υπηρετώντας στην ταξιαρχία Γκολάνι. Στη διάρκεια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας απέκτησε τη φήμη αυστηρού διοικητή, ενώ ανέλαβε σειρά υψηλόβαθμων θέσεων.
Το 1999 ο τότε πρωθυπουργός Εχούντ Μπαράκ τον επέλεξε ως στρατιωτικό γραμματέα του. Κατά τη Δεύτερη Ιντιφάντα ανέλαβε διοικητικές αρμοδιότητες στη Δυτική Όχθη.
Το 2011 αρνήθηκε να διεκδικήσει τη θέση του αρχηγού του στρατού έναντι του αρχαιότερου Μπένι Γκαντς, παρά την υποστήριξη που φέρεται να είχε από τον Μπαράκ, υποστηρίζοντας ότι ο Γκαντς ήταν καταλληλότερα προετοιμασμένος.
Τελικά, τον Φεβρουάριο του 2015 ανέλαβε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, επί κυβέρνησης Νετανιάχου, και παρέμεινε στη θέση έως τον Ιανουάριο του 2019.
Με το όνομά του συνδέεται το λεγόμενο «δόγμα Νταχίγια», μια στρατιωτική προσέγγιση που προβλέπει συντριπτικά πλήγματα ως απάντηση σε επιθέσεις ένοπλων οργανώσεων, ακόμη και εναντίον πολιτικών υποδομών.
Η συμμετοχή στην κυβέρνηση πολέμου του Νετανιάχου
Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, ο Άιζενκοτ συμμετείχε, μαζί με τον Μπένι Γκαντς, στην κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης που συγκρότησε ο Νετανιάχου.
Ανέλαβε υπουργικά καθήκοντα και συμμετείχε ως παρατηρητής στο ολιγομελές πολεμικό συμβούλιο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, συνέβαλε στην αποτροπή του ανοίγματος ενός δεύτερου μετώπου με τη Χεζμπολάχ, ενώ υποστήριξε από τις πρώτες ημέρες του πολέμου ότι η επιστροφή των Ισραηλινών ομήρων έπρεπε να αποτελέσει κεντρικό στόχο.
Ο Άιζενκοτ έχει επίσης δηλώσει ότι εισηγήθηκε να προηγηθεί μια συμφωνία για την απελευθέρωση των ομήρων και να ακολουθήσει η χερσαία στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα, πρόταση που δεν έγινε αποδεκτή.
Ο θάνατος του γιου του στη Γάζα
Στις 7 Δεκεμβρίου 2023, ο 25χρονος γιος του, Γκαλ Άιζενκοτ, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ισραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης στη βόρεια Λωρίδα της Γάζας.
Την ημέρα της κηδείας του σκοτώθηκε επίσης ένας ανιψιός του, ενώ ένας δεύτερος έχασε τη ζωή του έντεκα μήνες αργότερα.
Η κηδεία του Γκαλ μεταδόθηκε ζωντανά, με τον Άιζενκοτ να απευθύνει έναν συγκινητικό επικήδειο.
«Σου υπόσχομαι ότι θα συνεχίσουμε να είμαστε μια ενωμένη και ευτυχισμένη οικογένεια, ώστε η θυσία σου και των άλλων πεσόντων να μην πάει χαμένη και να φανούμε άξιοί της. Σε χαιρετώ, αγαπημένε γιε», ανέφερε.
Παρά το προσωπικό πλήγμα, επέστρεψε στις συνεδριάσεις του πολεμικού συμβουλίου κατά τη διάρκεια του πένθους του.
Όπως δήλωσε αργότερα στους Times of Israel, η απώλεια του γιου του ενίσχυσε την απόφασή του να συνεχίσει την πολιτική του δραστηριότητα.
Η ρήξη με τον Νετανιάχου και η αποχώρηση από την κυβέρνηση
Οι διαφωνίες του Άιζενκοτ με τον Νετανιάχου οξύνθηκαν γύρω από τη στρατηγική του πολέμου στη Γάζα και τη διαχείριση του ζητήματος των ομήρων.
Σε συνάντησή τους τον Ιούνιο του 2024, ο Άιζενκοτ φέρεται να ζήτησε από τον πρωθυπουργό να παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο εξόδου από τον πόλεμο.
Σύμφωνα με όσα αφηγήθηκε στο περιοδικό TIME, ο Νετανιάχου επέμεινε στην επιδίωξη της «ολοκληρωτικής νίκης», ενώ ο ίδιος υποστήριξε ότι η στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί να εξασφαλίσει αποτέλεσμα χωρίς διπλωματική στρατηγική.
Στις 9 Ιουνίου 2024, ο Άιζενκοτ αποχώρησε από την κυβέρνηση μαζί με τον Μπένι Γκαντς, εξέλιξη που οδήγησε στη διάλυση του πολεμικού συμβουλίου.
Έκτοτε έχει ασκήσει έντονη κριτική στον Νετανιάχου, κατηγορώντας τον ότι υπονόμευσε τις προσπάθειες επίτευξης συμφωνίας για την απελευθέρωση των ομήρων και ότι αρνείται να αναλάβει την ευθύνη για τις αποτυχίες της κυβέρνησής του.
Σε πρόσφατες δηλώσεις του τον χαρακτήρισε «αντι-ηγέτη», υποστηρίζοντας ότι αποφεύγει να αναλάβει την ευθύνη όταν υπάρχουν αποτυχίες, ενώ διεκδικεί προσωπικά τα εύσημα για τις επιτυχίες.
Οι πολιτικές του θέσεις και το Παλαιστινιακό
Στο προεκλογικό του πρόγραμμα, ο Άιζενκοτ δεσμεύτηκε να προχωρήσει στη σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023.
Υποστηρίζει επίσης την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για όλους, συμπεριλαμβανομένων των υπερορθόδοξων Εβραίων, τον περιορισμό της πρωθυπουργικής θητείας στα οκτώ χρόνια και την απαγόρευση σχηματισμού κυβέρνησης από πολιτικό που αντιμετωπίζει ποινικές κατηγορίες.
Παράλληλα, έχει δεσμευτεί να αντιμετωπίσει τη βία των Ισραηλινών εποίκων στη Δυτική Όχθη.
Ωστόσο, οι διαφορές του με τον Νετανιάχου δεν συνεπάγονται αντίστοιχη διαφοροποίηση σε βασικά ζητήματα της ισραηλινής πολιτικής ασφαλείας.
Ο Άιζενκοτ απορρίπτει τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους και υποστηρίζει τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς, διατηρώντας μια σκληρή προσέγγιση απέναντι στο Παλαιστινιακό.
Το εκλογικό αδιέξοδο και το ζήτημα των αραβικών κομμάτων
Η καταγωγή του Άιζενκοτ από οικογένεια Μαροκινών Εβραίων έχει επίσης αποκτήσει πολιτική σημασία, καθώς ενδεχόμενη ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον ίδιο θα τον καθιστούσε τον πρώτο Ισραηλινό πρωθυπουργό με καταγωγή από την κοινότητα των Μιζραχί, των Εβραίων με ρίζες στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.
Κατά την προεκλογική περίοδο δέχθηκε και ρατσιστική επίθεση από τον φιλοκυβερνητικό παρουσιαστή Γινόν Μαγκάλ, ο οποίος χρησιμοποίησε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για τη μαροκινή καταγωγή του.
Το σημαντικότερο πολιτικό εμπόδιο, πάντως, παραμένει η συγκρότηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Ο Άιζενκοτ έχει αποκλείσει τόσο τη συμμετοχή σε κυβέρνηση με τον Νετανιάχου όσο και την εξάρτηση μιας μελλοντικής κυβέρνησης από τη στήριξη των αραβικών κομμάτων.
«Δεν θέλω τη στήριξή τους», έχει δηλώσει.
Η συγκεκριμένη θέση περιορίζει τις δυνατότητες κυβερνητικών συνεργασιών σε ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο, όπου κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά στρατόπεδα δεν διαθέτει αυτοδύναμη πλειοψηφία.
Έτσι, ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού βρίσκεται αντιμέτωπος με την πρόκληση να μετατρέψει την πολιτική του επιρροή και την αντιπαράθεσή του με τον Νετανιάχου σε έναν βιώσιμο κυβερνητικό συνασπισμό.