Πέθανε σε ηλικία 96 ετών η Ντολόρες Χουέρτα, ιστορική μορφή του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος και των αγώνων για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Αμερικανίδα ακτιβίστρια με μεξικανικές ρίζες αφιέρωσε τη ζωή της στην υπεράσπιση των εργατών γης, των μεταναστών και των γυναικών, ενώ το σύνθημά της «Sí, se puede» («Ναι, μπορούμε») έγινε γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Τον θάνατό της ανακοίνωσε η οικογένειά της την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026.
Η Χουέρτα, η οποία έπασχε από καρκίνο, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του κινήματος για τα δικαιώματα των εργαζομένων στις ΗΠΑ, συνδέοντας το όνομά της με τις μεγάλες απεργίες και κινητοποιήσεις των αγρεργατών στην Καλιφόρνια.
Η οικογένειά της γνωστοποίησε την απώλειά της μέσω Instagram, χωρίς να διευκρινίσει την αιτία του θανάτου.
«Ξέρουμε ότι πολλοί από εσάς, σ’ όλο τον κόσμο, συμμερίζεστε το πένθος μας και θα σας κρατάμε ενήμερους για τις πρωτοβουλίες που θα αναλάβουμε με στόχο την αναγνώριση και τον εορτασμό της εξαιρετικής ζωής της και της κληρονομιάς της», ανέφεραν οι οικείοι της.
Από τους αγώνες των αγρεργατών στο ιστορικό «Sí, se puede»
Η Ντολόρες Χουέρτα συνέδεσε τη δράση της με τις διεκδικήσεις των εργατών γης, πολλοί από τους οποίους ήταν μετανάστες που εργάζονταν υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες στις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το 1962 υπήρξε συνιδρύτρια, μαζί με τον Σίζαρ Τσάβες, της οργάνωσης που εξελίχθηκε στο συνδικάτο United Farm Workers (UFW), ένα από τα σημαντικότερα αγροτικά συνδικάτα της χώρας.
Οι δύο συνδικαλιστές πρωτοστάτησαν σε απεργίες, μαζικές πορείες προς το πολιτειακό Καπιτώλιο της Καλιφόρνιας και στο πανεθνικό μποϊκοτάζ των επιτραπέζιων σταφυλιών, διεκδικώντας καλύτερους μισθούς, ασφαλέστερες συνθήκες εργασίας και συνδικαλιστικά δικαιώματα.
Ιδιαίτερη θέση στις κινητοποιήσεις κατείχε η καταγγελία της έκθεσης των αγρεργατών σε φυτοφάρμακα, καθώς και των κινδύνων που αντιμετώπιζαν κατά τη συγκομιδή των αγροτικών προϊόντων.
Η Χουέρτα καθιέρωσε το σύνθημα «Sí, se puede», το οποίο ταυτίστηκε με τους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες. Δεκαετίες αργότερα, η αγγλική εκδοχή του, «Yes we can», χρησιμοποιήθηκε από τον Μπαράκ Ομπάμα στην επιτυχημένη προεδρική εκστρατεία του το 2008.
Οι αποκαλύψεις για τον Σίζαρ Τσάβες
Η μακρόχρονη συνεργασία της Χουέρτα με τον Σίζαρ Τσάβες βρέθηκε εκ νέου στο επίκεντρο της δημοσιότητας το 2026, όταν ήρθαν στο φως καταγγελίες σε βάρος του ιστορικού συνδικαλιστή για σεξουαλική βία κατά τη δεκαετία του 1970.
Με αφορμή τις αποκαλύψεις, η ίδια η Χουέρτα κατήγγειλε ότι είχε πέσει θύμα βιασμού από τον Τσάβες, ο οποίος πέθανε το 1993.
Όπως εξήγησε, είχε επιλέξει να μη μιλήσει επί δεκαετίες, φοβούμενη ότι μια δημόσια καταγγελία θα έπληττε την ιστορική παρακαταθήκη των συνδικαλιστικών αγώνων στους οποίους είχαν πρωτοστατήσει.
Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις γύρω από την ιστορία και την κληρονομιά του αμερικανικού αγροτικού συνδικαλιστικού κινήματος.
Περισσότερες από 20 συλλήψεις και αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών
Η δράση της Ντολόρες Χουέρτα δεν περιορίστηκε στις διεκδικήσεις των εργατών γης.
Μητέρα 11 παιδιών, συμμετείχε ενεργά στο γυναικείο κίνημα και στους αγώνες για το δικαίωμα στην άμβλωση, στο πλευρό προσωπικοτήτων όπως η Άντζελα Ντέιβις και η Γκλόρια Στάινεμ.
Κατά τη διάρκεια της πολυετούς ακτιβιστικής της πορείας συνελήφθη περισσότερες από 20 φορές, ενώ τραυματίστηκε σοβαρά έπειτα από αστυνομική επίθεση σε διαδήλωση στο Σαν Φρανσίσκο.
Η Χουέρτα είχε βρεθεί επίσης στο πλευρό του Ρόμπερτ Κένεντι, λίγα λεπτά πριν από τη δολοφονία του το 1968, σε μια περίοδο κατά την οποία το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στην αμερικανική πολιτική ζωή.
Μεσίστιες οι σημαίες στην Καλιφόρνια – Τα μηνύματα Νιούσομ και Πελόζι
Μετά την ανακοίνωση του θανάτου της, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, διέταξε να κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες της πολιτείας, τιμώντας τη μακρόχρονη προσφορά της.
«Η Ντολόρες αντιπροσώπευε ό,τι καλύτερο υπάρχει μέσα μας», ανέφερε σε ανακοίνωσή του, η οποία εκδόθηκε στα αγγλικά και στα ισπανικά.
Ο Νιούσομ υπογράμμισε ότι η Καλιφόρνια και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ήταν οι ίδιες χωρίς την αποφασιστικότητά της, την προσήλωσή της στη δικαιοσύνη και τη δέσμευσή της απέναντι στους ανθρώπους που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο.
«Η κληρονομιά της δεν βρίσκεται μόνο σ’ αυτό που κατάφερε, αλλά και στα πρόσωπα που ακολουθούν τα βήματά της και συνεχίζουν να δημιουργούν έναν καλύτερο κόσμο», πρόσθεσε.
Από την πλευρά της, η πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, τόνισε ότι η Χουέρτα «ενέπνευσε γενιές Αμερικανών να πιστεύουν στη δύναμη της συλλογικής δράσης».
Μέχρι το τέλος απέναντι στον ρατσισμό και την αντιμεταναστευτική πολιτική Τραμπ
Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, η Ντολόρες Χουέρτα παρέμεινε πολιτικά και κοινωνικά δραστήρια μέσω του ιδρύματός της στο Μπέικερσφιλντ, στην αγροτική περιοχή της Καλιφόρνιας.
Μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025, άσκησε έντονη κριτική στην πολιτική της κυβέρνησής του απέναντι στους μετανάστες.
Σε συνέντευξή της στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων τον Ιούλιο του 2025, χαρακτήρισε «απολύτως φρικτή» την αντιμεταναστευτική πολιτική του Αμερικανού προέδρου.
Η ίδια υποστήριζε ότι ο ρατσισμός, τον οποίο είχε αντιμετωπίσει ήδη από τα πρώτα χρόνια της συνδικαλιστικής της δράσης, εξακολουθούσε να επηρεάζει βαθιά την πολιτική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Πιστεύω ότι αυτή η αρρώστια, που είναι ο ρατσισμός, είναι αυτό που έχει πραγματικά μολύνει το πολιτικό μας σύστημα», είχε δηλώσει.
Κατηγόρησε μάλιστα τον Τραμπ ότι εκμεταλλεύεται τις ρατσιστικές αντιλήψεις, αναφερόμενη στην κράτηση μεταναστών και ιδιαίτερα ανθρώπων διαφορετικού χρώματος.
Στο τελευταίο διάστημα της ζωής της καλούσε τους ακτιβιστές να κινητοποιηθούν ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 2026, επιδιώκοντας την ανάκτηση του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς.
Η Ντολόρες Χουέρτα αφήνει πίσω της μια πολυετή ιστορία εργατικών και κοινωνικών αγώνων, έχοντας συμβάλει στην οργάνωση χιλιάδων αγρεργατών και στην ανάδειξη των δικαιωμάτων των μεταναστών, των γυναικών και των κοινωνικά αποκλεισμένων στις Ηνωμένες Πολιτείες.