Τι σηματοδοτεί η σαρωτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ και κατά πόσο αποτελεί την αρχή του τέλους της πολιτικής κυριαρχίας του Ντόναλντ Τραμπ; Σε εκτενή ανάλυσή τους, οι New York Times εξετάζουν τα αίτια της ήττας των Ρεπουμπλικανών, τις συνέπειες των προσωπικών επιλογών του Αμερικανού προέδρου και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν πλέον τα δύο μεγάλα κόμματα. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ακρίβεια, ο πόλεμος με το Ιράν, η δυσαρέσκεια για τους δασμούς και η απομάκρυνση ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει τον Τραμπ στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές.
Η αμερικανική εφημερίδα επισημαίνει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να μετατρέψει τις ενδιάμεσες εκλογές σε μια προσωπική πολιτική αναμέτρηση, καλώντας επανειλημμένα τους ψηφοφόρους να αντιμετωπίσουν την κάλπη σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος.
Σύμφωνα με την καταγραφή των New York Times, ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποίησε 47 φορές τους προηγούμενους μήνες την προτροπή προς τους υποστηρικτές του να «φανταστούν ότι το όνομά μου βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο».
Οι ψηφοφόροι φαίνεται πως ανταποκρίθηκαν στην προτροπή, αλλά όχι με τον τρόπο που προσδοκούσε ο Λευκός Οίκος, σχολιάζει η εφημερίδα.
Δημοκρατικό προβάδισμα 13 μονάδων – Ιστορική εκλογική διαφορά
Κατά την ανάλυση των New York Times, η επικράτηση των Δημοκρατικών δεν περιορίστηκε στις πολιτείες όπου παραδοσιακά διαθέτουν ισχυρή εκλογική βάση, αλλά επεκτάθηκε και σε περιοχές που θεωρούνται προπύργια των Ρεπουμπλικανών.
Με βάση τις εκτιμήσεις που ήταν διαθέσιμες τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, το πανεθνικό προβάδισμα των Δημοκρατικών στην ψηφοφορία για τη Βουλή των Αντιπροσώπων αναμενόταν να προσεγγίσει τις 13 ποσοστιαίες μονάδες.
Εφόσον επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων σε εκλογές για το Κογκρέσο τουλάχιστον από το 1976.
Η εφημερίδα σημειώνει ότι το μέγεθος της διαφοράς ξεπερνά ακόμη και εκείνο των μεγάλων ρεπουμπλικανικών νικών του 1994, επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, και του 2010, επί Μπαράκ Ομπάμα.
Σύμφωνα με την εκτίμησή της, το αποτέλεσμα υποδηλώνει ότι ο Τραμπ έχει χάσει μέρος της επιρροής του στον εκλογικό συνασπισμό που τον οδήγησε δύο φορές στον Λευκό Οίκο.
Ακρίβεια, πόλεμος στο Ιράν και καταγγελίες για προσωπικό πλουτισμό
Οι New York Times αποδίδουν σημαντικό μέρος της εκλογικής δυσαρέσκειας στην απόσταση ανάμεσα στις προεκλογικές υποσχέσεις του Τραμπ και στις πολιτικές που ακολούθησε.
Η αύξηση των τιμών της βενζίνης, οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν και οι καταγγελίες για προσωπικό πλουτισμό του προέδρου και προσώπων του περιβάλλοντός του αναφέρονται ως βασικοί παράγοντες που επηρέασαν τη στάση των ψηφοφόρων.
Η εφημερίδα επισημαίνει ότι αρκετοί πολίτες είχαν υποστηρίξει τον Τραμπ προσδοκώντας μείωση του κόστους ζωής και αποφυγή νέων στρατιωτικών συγκρούσεων.
Αντί γι' αυτό, βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυξημένες τιμές καυσίμων, έναν παρατεταμένο πόλεμο και εμπορικούς δασμούς που, σύμφωνα με την ανάλυση, επιβάρυναν τους καταναλωτές.
Αρνητικές αντιδράσεις προκάλεσαν επίσης οι επιχειρήσεις συλλήψεων μεταναστών, ιδιαίτερα όταν αφορούσαν ανθρώπους που ζούσαν επί χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά τους New York Times, μέρος των ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει τον Τραμπ είτε επέλεξε αυτή τη φορά τους Δημοκρατικούς είτε δεν προσήλθε στις κάλπες.
Τραμπ: «Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο»
Μετά την εκλογική ήττα, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να αποσυνδέσει το αποτέλεσμα από την προσωπική του δημοτικότητα.
«Δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο και, επειδή δεν ήμουν στο ψηφοδέλτιο, δεν καταφέραμε να κινητοποιήσουμε αρκετούς ανθρώπους για να ψηφίσουν», δήλωσε σε συνέντευξή του στους New York Times το βράδυ της Τρίτης.
Η εφημερίδα επισημαίνει την αντίφαση ανάμεσα σε αυτή την εξήγηση και στην προεκλογική στρατηγική του, η οποία είχε επικεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά στο πρόσωπό του.
Ο Τραμπ είχε αναλάβει ενεργό ρόλο στην επιλογή υποψηφίων, στον καθορισμό των προεκλογικών μηνυμάτων και στη διαμόρφωση της στρατηγικής των Ρεπουμπλικανών, απαιτώντας παράλληλα πολιτική αφοσίωση από τα στελέχη του κόμματος.
Οι προσωπικές επιλογές υποψηφίων που κόστισαν στους Ρεπουμπλικανούς
Χαρακτηριστικά παραδείγματα της επίδρασης των παρεμβάσεων Τραμπ, σύμφωνα με την ανάλυση, αποτελούν οι ήττες δύο υποψηφίων για τη Γερουσία τους οποίους είχε επιλέξει προσωπικά.
Πρόκειται για τον Κεν Πάξτον στο Τέξας και την Ντάρλιν Γκράχαμ στη Νότια Καρολίνα.
Οι New York Times σημειώνουν ότι ο πρόεδρος είχε προτιμήσει τους συγκεκριμένους υποψηφίους έναντι άλλων στελεχών που θεωρούνταν περισσότερο ανταγωνιστικά σε πολιτείες με ισχυρή ρεπουμπλικανική παράδοση.
Η επιλογή αυτή εντάσσεται, κατά την εφημερίδα, σε μια ευρύτερη στρατηγική κατά την οποία η προσωπική πίστη στον Τραμπ απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από άλλες πολιτικές και εκλογικές παραμέτρους.
Η τελευταία προεκλογική ομιλία και η σύγκριση με το Γουότεργκεϊτ
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην τελευταία ημέρα της προεκλογικής εκστρατείας.
Οι New York Times σχολιάζουν ότι, αντί να επικεντρωθεί στις ανησυχίες των ψηφοφόρων για το κόστος ζωής, ο Τραμπ αφιέρωσε μέρος της τελευταίας ομιλίας του σε ζητήματα που σχετίζονταν με κατασκευαστικά έργα στην Ουάσινγκτον, μιλώντας μεταξύ άλλων για φύκια και σωληνώσεις.
Η εφημερίδα θεωρεί την επιλογή αυτή ενδεικτική της απόστασης ανάμεσα στις προτεραιότητες του προέδρου και στα προβλήματα που απασχολούσαν τους πολίτες.
Μάλιστα, προχωρά σε μια χαρακτηριστική ιστορική σύγκριση, σημειώνοντας ότι η εικόνα θύμιζε το υποθετικό ενδεχόμενο ο Ρίτσαρντ Νίξον να επέλεγε το συγκρότημα Γουότεργκεϊτ ως φόντο της τελευταίας προεκλογικής του ομιλίας.
Είναι η αρχή του τέλους για τον τραμπισμό;
Παρά το μέγεθος της ήττας, οι New York Times προειδοποιούν ότι θα ήταν πρόωρο να θεωρηθεί πως η πολιτική επιρροή του Τραμπ έχει εξαντληθεί.
Ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί την εξουσία για ακόμη δύο χρόνια, ενώ το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα εξακολουθεί να έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό γύρω από τις πολιτικές του επιλογές.
Ο Ντέιβιντ ΜακΙντος, πρόεδρος της συντηρητικής οργάνωσης Club for Growth, υπενθύμισε ότι οι πολιτικοί αντίπαλοι του Τραμπ έχουν επανειλημμένα προβλέψει το τέλος της σταδιοδρομίας του, χωρίς να επιβεβαιωθούν.
«Οι επικριτές του Τραμπ έχουν γράψει και στο παρελθόν τον πολιτικό του επικήδειο και κάθε φορά έχουν διαψευστεί», δήλωσε.
Κατά τον ίδιο, οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να επιστρέψουν στις βασικές αρχές τους ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.
Η αμερικανική εφημερίδα υπενθυμίζει ότι μεγάλες εκλογικές ανατροπές στις ενδιάμεσες εκλογές δεν οδήγησαν πάντοτε σε μακροχρόνια πολιτική κυριαρχία του κόμματος που επικράτησε.
Μετά το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, η νίκη των Δημοκρατικών το 1974 θεωρήθηκε προάγγελος παρατεταμένης κρίσης για τους Ρεπουμπλικανούς. Ωστόσο, έξι χρόνια αργότερα ο Ρόναλντ Ρέιγκαν κέρδισε την προεδρία.
Αντίστοιχα, οι μεγάλες ρεπουμπλικανικές νίκες του 1994 και του 2010 δεν εμπόδισαν την επανεκλογή των Μπιλ Κλίντον και Μπαράκ Ομπάμα δύο χρόνια αργότερα.
Καθηγήτρια του UCLA: «Ο συνασπισμός MAGA δεν καταρρέει»
Η Λιν Βάβρεκ, καθηγήτρια αμερικανικής πολιτικής και δημόσιας πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA), εκτιμά ότι οι εξαιρετικά υψηλές τιμές της βενζίνης αποτέλεσαν τον σημαντικότερο παράγοντα της εκλογικής αναμέτρησης.
Κατά την άποψή της, το αποτέλεσμα δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι έχει μεταβληθεί ριζικά ο πολιτικός προσανατολισμός των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι ο συνασπισμός MAGA καταρρέει», δήλωσε, αναφερόμενη στο κίνημα Make America Great Again που συνδέεται με τον Τραμπ.
Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει χάσει μέρος της προσωπικής του απήχησης.
Η Βάβρεκ θεωρεί επίσης ότι η εκλογική ήττα δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των πολιτικών θέσεων που έχουν διαμορφώσει τη σύγχρονη ταυτότητα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ιδιαίτερα στα ζητήματα της μετανάστευσης και της διαφορετικότητας.
Οι New York Times επισημαίνουν ότι ο Τραμπ έχει αναδιαμορφώσει βαθιά το κόμμα, ενισχύοντας στελέχη που ευθυγραμμίζονται με τις επιθυμίες του και περιθωριοποιώντας εκείνα που διατηρούν ανεξάρτητη στάση.
Το δίλημμα των Δημοκρατικών μετά τη σαρωτική νίκη
Η εκλογική επικράτηση δημιουργεί νέα ερωτήματα και για το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο καλείται να αποφασίσει πώς θα αξιοποιήσει την πολιτική δυναμική που απέκτησε.
Σύμφωνα με τους New York Times, η αντίθεση στον Ντόναλντ Τραμπ αποτέλεσε το βασικό στοιχείο της φετινής εκλογικής στρατηγικής των Δημοκρατικών και αποδείχθηκε επαρκής για τη νίκη.
Ωστόσο, στο εσωτερικό του κόμματος αναμένεται να αναπτυχθεί συζήτηση για το ποια πολιτική κατεύθυνση συνέβαλε περισσότερο στο αποτέλεσμα.
Η προοδευτική πτέρυγα αναμένεται να υποστηρίξει ότι η δική της κινητοποίηση ενίσχυσε την εκλογική δυναμική, ενώ οι μετριοπαθείς θα επισημάνουν τη σημασία της προσέγγισης δυσαρεστημένων Ρεπουμπλικανών, ιδιαίτερα σε πολιτείες όπως το Τέξας και το Κάνσας.
Ο Ραμ Εμάνουελ, πρώην δήμαρχος του Σικάγου και πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ, ο οποίος εξετάζει το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την προεδρία, υποστήριξε ότι η σημαντικότερη εξέλιξη είναι η απομάκρυνση Ρεπουμπλικανών που δεν ταυτίζονται με το κίνημα MAGA από το κόμμα τους.
«Η μεγαλύτερη είδηση είναι ότι οι Ρεπουμπλικανοί που δεν ανήκουν στο κίνημα MAGA έχουν απομακρυνθεί από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα», δήλωσε.
Κατά τον Εμάνουελ, το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι Δημοκρατικοί θα μετατρέψουν τη νίκη σε μια διαρκέστερη πολιτική αλλαγή.
«Το ερώτημα είναι αν θέλουμε αυτή η εκλογική νίκη να έχει πρόσκαιρο χαρακτήρα ή να επιφέρει βαθιές αλλαγές. Αυτό που θα κάνουμε το 2027 θα καθορίσει την απάντηση», τόνισε.
Η ανάλυση των New York Times καταλήγει έτσι σε ένα βασικό ερώτημα για την επόμενη ημέρα της αμερικανικής πολιτικής: εάν η ήττα των Ρεπουμπλικανών αποτελεί μια συγκυριακή αντίδραση στην οικονομική και εξωτερική πολιτική του Τραμπ ή σηματοδοτεί μια βαθύτερη μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών στις Ηνωμένες Πολιτείες.