Η βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ προκαλεί αναταράξεις στη διεθνή πολιτική σκηνή, με το Ιράν, το Ισραήλ και την Ουκρανία να εξετάζουν τις συνέπειες της αποδυνάμωσης του Ντόναλντ Τραμπ. Η επικράτηση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο δημιουργεί νέους περιορισμούς για τον Αμερικανό πρόεδρο, χωρίς ωστόσο να του στερεί τη δυνατότητα σημαντικών παρεμβάσεων στην εξωτερική πολιτική. Το βασικό ερώτημα είναι εάν η εκλογική ήττα θα τον οδηγήσει σε διπλωματικούς συμβιβασμούς ή σε ακόμη πιο επιθετικές κινήσεις.
Έπειτα από σχεδόν δύο χρόνια σημαντικών ανατροπών στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, κυβερνήσεις και πολιτικοί αναλυτές επιχειρούν να εκτιμήσουν πώς θα διαμορφωθούν οι διεθνείς ισορροπίες μετά το εκλογικό αποτέλεσμα.
Στην Τεχεράνη, η προσοχή στρέφεται στο ενδεχόμενο νέων αμερικανικών επιθέσεων ή μιας συμφωνίας για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Στο Ισραήλ εντείνονται οι ανησυχίες για τη μελλοντική στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη της Ουάσιγκτον, ενώ η Ουκρανία προσπαθεί να διαχειριστεί την αβεβαιότητα στις σχέσεις της με τον Λευκό Οίκο.
Ιράν: Πανηγυρισμοί για την ήττα Τραμπ, αλλά και φόβοι για νέα επίθεση
Η ιρανική ηγεσία αντιμετώπισε το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών ως ένδειξη λαϊκής δυσαρέσκειας για τον πόλεμο, χωρίς όμως να θεωρεί ότι αυτό συνεπάγεται αναγκαστικά αλλαγή της πολιτικής της Ουάσιγκτον.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχθηκε, μιλώντας τηλεφωνικά στο Fox News, ότι η σύγκρουση με το Ιράν συνέβαλε στην εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών, αναγνωρίζοντας παράλληλα τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι αυξήσεις των τιμών εξαιτίας του πολέμου.
Ακόμη πιο κατηγορηματικός εμφανίστηκε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος έγραψε την Τετάρτη στην πλατφόρμα Χ ότι «ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος».
Η Τεχεράνη, η οποία τους προηγούμενους οκτώ μήνες είχε πραγματοποιήσει επιθέσεις σε κρίσιμες οικονομικές υποδομές της περιοχής, παρουσίασε την εκλογική αποτυχία των Ρεπουμπλικανών ως απόρριψη της συνέχισης των εχθροπραξιών από τους Αμερικανούς ψηφοφόρους.
Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου και επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της χώρας, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, προειδοποίησε ότι η Ουάσιγκτον θα αντιμετωπίσει σοβαρές συνέπειες εάν αγνοήσει τη λαϊκή βούληση.
«Εάν η αμερικανική κυβέρνηση προδώσει τη λαϊκή βούληση για να υπηρετήσει διεθνείς εντολείς και εκβιαστές, θα μάθει ότι το δικό μας ΟΧΙ συνοδεύεται από έναν εφιάλτη», ανέφερε σε ανάρτησή του.
Το δίλημμα του Τραμπ: Διπλωματική συμφωνία ή κλιμάκωση του πολέμου
Παρά την ικανοποίηση για το εκλογικό αποτέλεσμα, η Τεχεράνη εξακολουθεί να προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επίθεσης.
Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, υποστήριξε ότι όσοι θεωρούν πως οι ενδιάμεσες εκλογές θα αλλάξουν την εχθρική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στη χώρα του «κάνουν μεγάλο λάθος».
Την ίδια ώρα, πληροφορίες για ενδεχόμενα ισχυρότερα αμερικανικά πλήγματα προκαλούν ανησυχία, με Ιρανούς αξιωματούχους να προειδοποιούν ότι μια νέα επίθεση θα προκαλέσει απάντηση μεγαλύτερης κλίμακας.
Ο Τραμπ φέρεται να έχει δώσει αντιφατικά μηνύματα σχετικά με τις προθέσεις του, καθώς σε ορισμένους δημοσιογράφους δήλωσε ότι εξετάζει ένα ισχυρό στρατιωτικό πλήγμα, ενώ σε άλλους ανέφερε ότι δεν σχεδιάζει άμεση κλιμάκωση.
Ο Άλι Βαέζ, αναλυτής του International Crisis Group, εκτίμησε μιλώντας στο CNN ότι ο πόλεμος έχει εξελιχθεί σε σοβαρό πολιτικό βάρος για τον Αμερικανό πρόεδρο.
Κατά την εκτίμησή του, ο Τραμπ μπορεί είτε να επιδιώξει μια συμφωνία που θα του επιτρέψει να εμφανίσει μια διπλωματική επιτυχία είτε να εντείνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Ο ίδιος προειδοποίησε για τον κίνδυνο ένας πρόεδρος που έχει αποδυναμωθεί εκλογικά να επιχειρήσει να αποκαταστήσει το πολιτικό του κύρος μέσω νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Νέες επαφές για το Στενό του Ορμούζ
Παράλληλα με τις στρατιωτικές απειλές, έχουν επανεκκινήσει οι διπλωματικές διεργασίες που είχαν βρεθεί σε αδιέξοδο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Την τελευταία εβδομάδα, Ιρανοί αξιωματούχοι πραγματοποίησαν επαφές με διαμεσολαβητές του Κατάρ, οι οποίοι μεταφέρουν προτάσεις στην αμερικανική πλευρά.
Πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, η Τεχεράνη είχε προτείνει το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ εντός δύο ημερών, υπό την προϋπόθεση ότι η Ουάσιγκτον θα αποδεχόταν επτά όρους που είχε θέσει η ιρανική ηγεσία.
Η Σανάμ Βακίλ, του Chatham House, εκτιμά ότι η εκλογική ήττα του Τραμπ μπορεί να ενισχύει τη διαπραγματευτική αυτοπεποίθηση της Τεχεράνης, χωρίς όμως να επιλύει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Σύμφωνα με την αναλύτρια, ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται μια διπλωματική επιτυχία, αλλά ενδέχεται να αποφύγει παραχωρήσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ένδειξη αδυναμίας.
Η ίδια θεωρεί πιθανότερη μια προσωρινή συμφωνία για το Στενό του Ορμούζ παρά μια συνολική διευθέτηση της σύγκρουσης.
Ισραήλ: Ανησυχία για το μέλλον της αμερικανικής υποστήριξης
Στο Ισραήλ, η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών ενισχύει την αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η ανησυχία είχε ήδη ενταθεί μετά την αιφνιδιαστική ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ, την ημέρα των εκλογών, ότι διακόπτει τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ.
Ακολούθησε η επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, εξέλιξη που προσφέρει στο κόμμα νέα θεσμικά μέσα παρέμβασης στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Η παραδοσιακή διακομματική στήριξη προς το Ισραήλ είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί. Στο Δημοκρατικό Κόμμα έχουν ενισχυθεί οι αντιδράσεις για τις ανθρώπινες απώλειες στη Γάζα, ενώ τμήμα των Ρεπουμπλικανών αμφισβητεί πλέον το εύρος της αμερικανικής βοήθειας.
Ο πρώην πρεσβευτής του Ισραήλ στις ΗΠΑ, Μάικλ Όρεν, δήλωσε στο CNN ότι η κριτική προς το Ισραήλ αποτελεί πλέον ένα από τα λίγα ζητήματα στα οποία παρατηρείται σύγκλιση μεταξύ των δύο αμερικανικών κομμάτων.
Κατά την εκτίμησή του, η διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας ενδέχεται να είναι μόνο η αρχή ευρύτερων αλλαγών.
Ο Όρεν δεν απέκλεισε ακόμη και περιορισμούς στην ανταλλαγή πληροφοριών ή στην κοινή ανάπτυξη στρατιωτικών συστημάτων, όπως το Iron Dome.
Υπενθύμισε επίσης τη σημασία της αμερικανικής διπλωματικής προστασίας προς το Ισραήλ στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χρησιμοποιήσει επανειλημμένα το δικαίωμα βέτο.
«Βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Φόβοι για περιορισμούς στις πωλήσεις όπλων και κυρώσεις
Ανάλογες ανησυχίες εξέφρασε ο πρώην αρχισυντάκτης της Jerusalem Post, Γιαακόβ Κατς, ο οποίος προειδοποίησε ότι οι αλλαγές στις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις μπορεί να αποδειχθούν πολύ βαθύτερες.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ υποστήριξε ότι, πέρα από τη στρατιωτική βοήθεια, ενδέχεται να υπάρξουν εμπόδια στις πωλήσεις όπλων, προτάσεις επιβολής κυρώσεων και διακοπή της χρηματοδότησης κοινών οικονομικών προγραμμάτων.
Το κλίμα στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει επιβαρυνθεί και από τον πόλεμο με το Ιράν, καθώς μέρος των Αμερικανών ψηφοφόρων θεωρεί ότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εμπλοκή της Ουάσιγκτον στη σύγκρουση.
Η άνοδος των τιμών των καυσίμων και του κόστους ζωής, που συνδέθηκε με τον πόλεμο, αποτέλεσε επιπλέον παράγοντα δυσαρέσκειας.
Την ίδια στιγμή, ο Νετανιάχου φέρεται να εξακολουθεί να πιέζει για επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν.
Πολιτική αβεβαιότητα και στο εσωτερικό του Ισραήλ
Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ συμπίπτουν με σημαντικές ανακατατάξεις στο ισραηλινό πολιτικό σκηνικό.
Στις πρόσφατες εκλογές, που πραγματοποιήθηκαν μία εβδομάδα πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του.
Ωστόσο, ούτε ο βασικός αντίπαλός του, Γκάντι Άιζενκοτ, εξασφάλισε αυτοδύναμη πλειοψηφία, γεγονός που καθιστά αναγκαίες τις μετεκλογικές συνεργασίες.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν τα αραβικά κόμματα, τα οποία κατέγραψαν ιστορικά υψηλή συμμετοχή των ψηφοφόρων τους.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών, Γιαΐρ Γκολάν, υποστήριξε ότι το Ισραήλ δεν διαθέτει περιθώρια καθυστέρησης για την αντικατάσταση του Νετανιάχου και την αποτροπή περαιτέρω διεθνούς απομόνωσης και κυρώσεων.
Ουκρανία: Το Κίεβο παρακολουθεί την αποδυνάμωση Τραμπ
Στην Ουκρανία, το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών αντιμετωπίζεται με συγκρατημένες δημόσιες αντιδράσεις, παρά τη βαθιά επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και τον Ντόναλντ Τραμπ.
Το τελευταίο διάστημα, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ασκήσει έντονες πιέσεις στην ουκρανική ηγεσία για την αποδοχή όρων τερματισμού του πολέμου, ενώ έχει ζητήσει ακόμη και την αντικατάσταση του Ζελένσκι.
Παράλληλα, η ουκρανική πλευρά έχει αντιμετωπίσει εμπόδια στην πρόσβαση σε αμερικανική τεχνολογία και πληροφορίες, την ώρα που η Ουάσιγκτον έχει επιδιώξει ενεργειακές συμφωνίες με τη Ρωσία.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, το Κίεβο φαίνεται να προσανατολίζεται στη διατήρηση των απαραίτητων σχέσεων με τις ΗΠΑ, αναμένοντας παράλληλα την ολοκλήρωση της προεδρικής θητείας Τραμπ.
Ο Σεργκίι Κισλίτσια, αξιωματούχος του γραφείου του Ουκρανού προέδρου, δήλωσε στην ουκρανική τηλεόραση ότι η χώρα θα συνεχίσει να αναπτύσσει «ουσιαστικές, φυσιολογικές και σταθερές σχέσεις» με όποιον βρίσκεται στην εξουσία στην Ουάσιγκτον.
Η ανάγκη για αμερικανικά όπλα και ο παράγοντας Πούτιν
Παρά τη δυσπιστία απέναντι στον Λευκό Οίκο, η Ουκρανία εξακολουθεί να χρειάζεται την αμερικανική στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η εξασφάλιση πυραύλων αναχαίτισης για τα αντιαεροπορικά συστήματα Patriot, καθώς και η συνέχιση της πρόσβασης σε κρίσιμες στρατιωτικές πληροφορίες και τεχνολογίες.
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου ενδέχεται να επηρεάσει τις σχετικές αποφάσεις, αν και ο Τραμπ διατηρεί τη δυνατότητα να επιχειρήσει την παράκαμψη νομοθετικών περιορισμών μέσω προεδρικών διαταγμάτων.
Η εκλογική αποδυνάμωση του Αμερικανού προέδρου δημιουργεί, ωστόσο, και ένα πρόσθετο ερώτημα για το Κίεβο: πώς θα αξιολογήσει ο Βλαντίμιρ Πούτιν τη νέα πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Ρώσος πρόεδρος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι διαθέτει περιορισμένο χρονικό περιθώριο, περίπου ενός έτους, για να επιδιώξει σημαντικά στρατιωτικά αποτελέσματα πριν από την έναρξη της αμερικανικής προεκλογικής περιόδου για το 2028.
Μέχρι σήμερα, πάντως, η σχέση του με τον Τραμπ δεν έχει αποφέρει στη Μόσχα κάποια αποφασιστική στρατιωτική επιτυχία.
Έτσι, ενώ η ήττα των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί νέα περιθώρια πολιτικών παρεμβάσεων στο Κογκρέσο, δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα για τις επόμενες κινήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης.
Από τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν και το μέλλον της υποστήριξης προς το Ισραήλ έως τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι διεθνείς συνέπειες των ενδιάμεσων εκλογών θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ θα διαχειριστεί την πολιτική του αποδυνάμωση.