Reuters: Ο Τραμπ ίσως προσεγγίσει τη Βόρεια Κορέα για νέες συνομιλίες, μετά την ήττα στις εκλογές

 
Reuters: Ο Τραμπ ίσως προσεγγίσει τη Βόρεια Κορέα για νέες συνομιλίες, μετά την ήττα στις εκλογές

Πηγή Φωτογραφίας: ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ (REUTERS)

Ενημερώθηκε: 06/11/26 - 08:32

Το ενδεχόμενο να επιδιώξει νέα διπλωματική προσέγγιση με τη Βόρεια Κορέα εξετάζουν αναλυτές και αξιωματούχοι στην Ασία, μετά την ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το Reuters, ο Αμερικανός πρόεδρος ενδέχεται να αναζητήσει επιτυχίες στην εξωτερική πολιτική κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του, στρέφοντας εκ νέου την προσοχή του στον Κιμ Γιονγκ Ουν. Ωστόσο, μια πιθανή συμφωνία που θα περιλάμβανε παραχωρήσεις στο ζήτημα των πυρηνικών όπλων θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές διαφωνίες με τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία.

Η απώλεια του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς περιορίζει τα περιθώρια πολιτικών πρωτοβουλιών του Τραμπ στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Υπό αυτές τις συνθήκες, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι ο Λευκός Οίκος ενδέχεται να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη διεθνή διπλωματία.

Καθώς οι προσπάθειες για τον τερματισμό των πολέμων στην Ουκρανία και το Ιράν δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε ουσιαστική πρόοδο, η κορεατική χερσόνησος θα μπορούσε να επανέλθει στο επίκεντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

«Ο Τραμπ είναι πιθανό να καταβάλει σημαντικές προσπάθειες στην επίτευξη επιτυχιών στην εξωτερική πολιτική, ιδίως εάν αντιμετωπίσει περισσότερους περιορισμούς στο εσωτερικό μέτωπο», δήλωσε στο Reuters ο Μπαν Κιλ-τζου, καθηγητής διεθνών σχέσεων στην Εθνική Διπλωματική Ακαδημία της Κορέας, στη Σεούλ.

Κατά τον ίδιο, μια νέα προσέγγιση με την Πιονγκγιάνγκ θα μπορούσε να ενταχθεί στις πολιτικές επιδιώξεις του Τραμπ ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028, στις οποίες θα επιθυμούσε την επικράτηση ενός διαδόχου του.

Από τις ιστορικές συναντήσεις του 2018–2019 στο σημερινό αδιέξοδο

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε συναντηθεί τρεις φορές με τον Κιμ Γιονγκ Ουν κατά την πρώτη προεδρική του θητεία, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των δύο χωρών είχαν προηγουμένως χαρακτηριστεί από έντονες αντιπαραθέσεις και αμοιβαίες απειλές.

Οι επαφές εκείνες δημιούργησαν προσδοκίες για διπλωματική διευθέτηση, χωρίς όμως να καταλήξουν σε συνολική συμφωνία.

Η σύνοδος κορυφής του 2019 ολοκληρώθηκε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς Ουάσιγκτον και Πιονγκγιάνγκ διαφώνησαν για τους όρους περιορισμού του βορειοκορεατικού πυρηνικού προγράμματος και την άρση των οικονομικών κυρώσεων.

Επτά χρόνια αργότερα, οι συνθήκες έχουν μεταβληθεί σημαντικά. Η Βόρεια Κορέα έχει ενισχύσει τις πυρηνικές και πυραυλικές της δυνατότητες, ενώ έχει αναπτύξει στενότερες σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα.

Σύμφωνα με αναλυτές που επικαλείται το Reuters, οι εξελίξεις αυτές μειώνουν τα κίνητρα της Πιονγκγιάνγκ να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ιδιαίτερα εάν η αμερικανική πλευρά επιμείνει στους προηγούμενους όρους της.

Η στάση του Κιμ Γιονγκ Ουν και η απουσία απάντησης στην Ουάσιγκτον

Ο Τραμπ εξακολουθεί να αναφέρεται θετικά στην προσωπική του σχέση με τον Βορειοκορεάτη ηγέτη, τον οποίο έχει χαρακτηρίσει «εξαιρετικό τύπο», υποστηρίζοντας ότι οι δυο τους διατηρούν πολύ καλές σχέσεις.

Ωστόσο, οι προσωπικές αυτές αναφορές δεν έχουν οδηγήσει μέχρι στιγμής σε επανέναρξη των επίσημων διαπραγματεύσεων.

Αμερικανοί και Νοτιοκορεάτες αξιωματούχοι εκτιμούν ότι περιορίζονται οι πιθανότητες συνάντησης εντός του 2026, καθώς η Πιονγκγιάνγκ δεν έχει απαντήσει στις αμερικανικές προσεγγίσεις ενόψει περιφερειακής συνόδου κορυφής που προγραμματίζεται στην Κίνα μέσα στον Νοέμβριο.

Η Κιμ Γιο Τζονγκ, αδελφή του Βορειοκορεάτη ηγέτη και πρόσωπο με σημαντική πολιτική επιρροή, έχει αναγνωρίσει τον διάλογο ως μέσο για την επίτευξη ειρήνης, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η χώρα της δεν διακρίνει επί του παρόντος λόγο για νέες συνομιλίες.

Παράλληλα, έχει καταγγείλει την «εχθρική πολιτική» των ΗΠΑ και έχει απορρίψει τις αμερικανικές κατηγορίες ότι η Βόρεια Κορέα ευθύνεται για την κλοπή ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων αξίας άνω των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την πλατφόρμα Binance.

Ο ίδιος ο Κιμ Γιονγκ Ουν έχει στο παρελθόν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνομιλιών, υπό την προϋπόθεση ότι η Ουάσιγκτον θα εγκαταλείψει την απαίτηση για πλήρη αποπυρηνικοποίηση της χώρας του.

Αντιδράσεις από Νότια Κορέα και Ιαπωνία για πιθανές αμερικανικές παραχωρήσεις

Το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας παραμένει το βασικότερο εμπόδιο για την επίτευξη συμφωνίας.

Η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία αντιτίθενται σε μια διπλωματική διευθέτηση που θα συνεπαγόταν την αποδοχή της Βόρειας Κορέας ως αναγνωρισμένης πυρηνικής δύναμης.

«Μια σύνοδος κορυφής που δεν θα περιλαμβάνει τον όρο της αποπυρηνικοποίησης θα προκαλούσε τριβές μεταξύ Ουάσιγκτον, Σεούλ και Τόκιο», προειδοποίησε ο Λάιφ-Έρικ Ίσλι, καθηγητής διεθνών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Ιχουά της Σεούλ.

Ανώτερος Ιάπωνας αξιωματούχος, μιλώντας ανώνυμα στο Reuters, ανέφερε ότι υπάρχει ανησυχία μήπως η Ουάσιγκτον προχωρήσει σε απευθείας διαπραγματεύσεις με την Πιονγκγιάνγκ, με τη σιωπηρή συναίνεση της Κίνας και της Ρωσίας, αφήνοντας τη Σεούλ και το Τόκιο εκτός των βασικών αποφάσεων.

«Οι Ιάπωνες αξιωματούχοι ανησυχούν για το μέχρι πού θα φτάσει προκειμένου να εξασφαλίσει μια σύνοδο κορυφής με τον Κιμ Γιονγκ Ουν», σημείωσε.

Το πυρηνικό οπλοστάσιο και οι ενδεχόμενες αλλαγές στην ασφάλεια της Ασίας

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αναφερθεί επανειλημμένα στη Βόρεια Κορέα ως πυρηνική δύναμη, χρησιμοποιώντας έναν χαρακτηρισμό που οι ΗΠΑ και οι περιφερειακοί σύμμαχοί τους δεν έχουν υιοθετήσει ως επίσημη αναγνώριση του πυρηνικού της καθεστώτος.

Η Πιονγκγιάνγκ εκτιμάται ότι διαθέτει δεκάδες πυρηνικές κεφαλές και αποθέματα υλικών για την παραγωγή περισσότερων όπλων.

Παράλληλα, έχει αναπτύξει νέους πυραύλους, υπερηχητικά οχήματα ολίσθησης, σύγχρονα πολεμικά πλοία και υποβρύχια, ενώ έχει βελτιώσει τις δυνατότητές της στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Ο καθηγητής Καζουχίρο Μαεσίμα, από το Πανεπιστήμιο Σοφία της Ιαπωνίας, προειδοποίησε ότι μια ενδεχόμενη αμερικανική αναγνώριση του πυρηνικού καθεστώτος της Βόρειας Κορέας θα μπορούσε να επιφέρει ριζικές αλλαγές στην περιφερειακή ασφάλεια.

«Εάν οι συνομιλίες ΗΠΑ – Βόρειας Κορέας οδηγήσουν την Ουάσιγκτον στην αποδοχή του πυρηνικού καθεστώτος της Βόρειας Κορέας, το περιβάλλον ασφάλειας στην Ασία θα αλλάξει δραματικά», δήλωσε.

Κατά την εκτίμησή του, τα δύο τελευταία χρόνια της προεδρίας Τραμπ θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη σημαντικότερη αναδιάταξη των συσχετισμών ασφαλείας στην περιοχή από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα εμπόδια στο Κογκρέσο και οι υπολογισμοί της Πιονγκγιάνγκ

Μια πιθανή προσπάθεια επανέναρξης των διαπραγματεύσεων θα μπορούσε να απαιτήσει από την Ουάσιγκτον παραχωρήσεις μεγαλύτερες από μια περιορισμένη χαλάρωση των κυρώσεων.

Ωστόσο, η νέα πολιτική κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για τον Τραμπ.

Ο Μουν Τσουνγκ-ιν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γιονσέι της Σεούλ και πρώην σύμβουλος της νοτιοκορεατικής προεδρίας για ζητήματα εθνικής ασφάλειας, επισήμανε ότι ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα μπορούσε να περιορίσει τις δυνατότητες του Αμερικανού προέδρου να προχωρήσει σε σημαντικές παραχωρήσεις.

Καθοριστικός παράγοντας, σύμφωνα με τον ίδιο, θα είναι ο τρόπος με τον οποίο η Πιονγκγιάνγκ αξιολογεί την πολιτική ισχύ του Τραμπ και την ικανότητά του να εφαρμόσει όσα ενδεχομένως συμφωνηθούν.

«Εάν η Βόρεια Κορέα θεωρεί ότι ο Τραμπ έχει εισέλθει σε περίοδο πολιτικής αποδυνάμωσης και δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη στήριξη του Κογκρέσου, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον Κιμ Γιονγκ Ουν να προσέλθει σε διάλογο», ανέφερε.

Ανάλογη εκτίμηση διατύπωσε ο Στίβεν Μπίγκαν, πρώην αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος είχε ηγηθεί των αμερικανικών διαπραγματεύσεων με τη Βόρεια Κορέα κατά την πρώτη θητεία Τραμπ.

«Οι Βορειοκορεάτες, κατά τη γνώμη μου, έχουν ελάχιστα να κερδίσουν από μια τέτοια συνάντηση αυτή τη στιγμή και ενδεχομένως κάτι να χάσουν», δήλωσε.

Έτσι, παρά τα σενάρια για νέα διπλωματική πρωτοβουλία του Λευκού Οίκου, η επανέναρξη του διαλόγου παραμένει αβέβαιη. Οι διαφορετικές θέσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα, οι αντιρρήσεις των συμμάχων των ΗΠΑ και οι πολιτικοί περιορισμοί στην Ουάσιγκτον εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά εμπόδια για μια ενδεχόμενη συμφωνία.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ