Στη σύλληψη της πρώην υπουργού Οικογένειας της Τουρκίας, Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά, προχώρησαν οι τουρκικές αρχές, στο πλαίσιο της έρευνας για το σκάνδαλο χειραγώγησης επενδυτικών κεφαλαίων που έχει προκαλέσει αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές της χώρας. Η πρώην υπουργός της κυβέρνησης Ερντογάν είναι το πρώτο υψηλόβαθμο πολιτικό πρόσωπο που εμπλέκεται άμεσα στην υπόθεση, η οποία έχει επηρεάσει περίπου 500.000 επενδυτές.
Σύμφωνα με το τουρκικό πρακτορείο Anadolu, η Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά συνελήφθη ως ύποπτη για παραβίαση της νομοθεσίας περί κεφαλαιαγοράς και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η έρευνα, που αρχικά επικεντρωνόταν σε στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα, έχει πλέον επεκταθεί σε ανώτερους κρατικούς αξιωματούχους και πολιτικά πρόσωπα.
Η σύλληψη της πρώην υπουργού αποτελεί σημαντική εξέλιξη στην υπόθεση, καθώς οι εισαγγελικές αρχές εξετάζουν ενδεχόμενη αξιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών για την πραγματοποίηση χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Ερντογάν: Στην υπόθεση εμπλέκονται πρόσωπα που «δεν θα φανταζόταν κανείς»
Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναφέρθηκε στην έρευνα την Πέμπτη (5/11), υποστηρίζοντας ότι σε αυτήν εμπλέκονται πρόσωπα «που δεν θα φανταζόταν κανείς».
Παράλληλα, δεσμεύτηκε ότι θα υπάρξουν κυρώσεις για όσους αποδειχθεί ότι αποκόμισαν παράνομα κέρδη ή συμμετείχαν στη χειραγώγηση των αγορών.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Δικαιοσύνης Ακίν Γκιουρλέκ υπογράμμισε ότι οι έρευνες δεν περιορίζονται σε μεμονωμένες περιπτώσεις χειραγώγησης μετοχών, αλλά αφορούν «εκτεταμένη απάτη και ένα εγκληματικό δίκτυο».
Πώς ξέσπασε το σκάνδαλο – Εκκαθάριση 131 κεφαλαίων
Η υπόθεση ήρθε στο προσκήνιο στα μέσα Σεπτεμβρίου, όταν μεγάλες εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων βρέθηκαν σε αδυναμία να ικανοποιήσουν αιτήματα επενδυτών για εξαγορά των μεριδίων τους.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την παρέμβαση των εποπτικών αρχών, οι οποίες διέταξαν την εκκαθάριση 131 επενδυτικών κεφαλαίων.
Οι συνέπειες της απόφασης επηρέασαν περίπου μισό εκατομμύριο επενδυτές, ενώ η έρευνα άρχισε να αποκαλύπτει ενδείξεις για ένα ευρύτερο δίκτυο ύποπτων χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Λίγες ημέρες πριν από τη σύλληψη της Καγιά, οι αρχές είχαν συλλάβει και τον διευθύνοντα σύμβουλο του Χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης (Borsa Istanbul), Κορκμάζ Εργκούν, στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης.
Παράλληλα, ο πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Κεφαλαιαγοράς, Ιμπραχίμ Ομέρ Γκιονούλ, και ο σύζυγος της πρώην υπουργού, Ιλιάς Καγιά, αφέθηκαν ελεύθεροι υπό δικαστικούς περιοριστικούς όρους, αφού κατέθεσαν ως ύποπτοι, σύμφωνα με το Anadolu.
Οι ύποπτες συναλλαγές και η πώληση μετοχών πριν από την εκκαθάριση
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η ενδεχόμενη πρόσβαση της πρώην υπουργού σε μη δημοσιοποιημένες πληροφορίες σχετικά με τις επικείμενες αποφάσεις των εποπτικών αρχών.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, η Καγιά φέρεται να γνώριζε εκ των προτέρων ότι επρόκειτο να διαταχθεί η εκκαθάριση επενδυτικών κεφαλαίων.
Οι αρχές επικαλούνται, μεταξύ άλλων, τις επαφές της με στελέχη επενδυτικών εταιρειών και την πώληση μετοχών της Ozata Denizcilik Sanayi ve Ticaret AS στις 16 Σεπτεμβρίου, μόλις μία ημέρα πριν από τη σχετική απόφαση των ρυθμιστικών αρχών.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην πορεία της μετοχής της συγκεκριμένης εταιρείας.
Από τον Απρίλιο έως τις 15 Σεπτεμβρίου, η αξία της είχε αυξηθεί περισσότερο από 23 φορές, προτού καταγράψει κατάρρευση της τάξης του 97,5% μέσα στους επόμενους δύο μήνες. Την Πέμπτη (5/11), η μετοχή έκλεισε στις 113,4 τουρκικές λίρες.
Η παραίτηση από το κόμμα και η επιστροφή των κερδών
Η Φατμά Μπετούλ Σαγιάν Καγιά είχε παραιτηθεί από την κομματική της θέση τον Σεπτέμβριο, μετά την υποβολή ερωτημάτων από το αντιπολιτευόμενο Νέο Κόμμα σχετικά με συναλλαγές της σε συγκεκριμένες μετοχές και επενδυτικά κεφάλαια.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν, η πρώην υπουργός και ο σύζυγός της είχαν ήδη υποβάλει αίτηση για την επιστροφή κερδών από τις συναλλαγές τους, αξιοποιώντας μηχανισμό οικειοθελούς καταβολής που είχε θεσπίσει η αρμόδια ρυθμιστική αρχή.
Η κίνηση αυτή αποτελεί μέρος των στοιχείων που έχουν γίνει γνωστά για την υπόθεση, χωρίς να συνιστά από μόνη της απόδειξη ποινικής ευθύνης.
Η έρευνα των τουρκικών αρχών βρίσκεται σε εξέλιξη, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται πλέον τόσο στις χρηματιστηριακές συναλλαγές όσο και στις πιθανές διασυνδέσεις μεταξύ στελεχών της αγοράς, κρατικών αξιωματούχων και πολιτικών προσώπων.