Τη γερμανική προσέγγιση στις σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο αναδεικνύει ανάλυση της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle, με αφορμή τις πρόσφατες διπλωματικές επαφές και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Η επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στη Λευκωσία πραγματοποιήθηκε υπό το βάρος πιέσεων προς το Βερολίνο να τοποθετηθεί πιο ξεκάθαρα υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά την παρουσία του, εξέφρασε αλληλεγγύη και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ευρωπαϊκής συνδρομής προς την Κύπρο, εφόσον απαιτηθεί, στον απόηχο των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και των επιθέσεων με ιρανικά drones σε βρετανικές βάσεις στο νησί.
Η επίσκεψη αυτή ήρθε να εκτονώσει την ένταση που είχε δημιουργηθεί από προηγούμενες αμφίσημες δηλώσεις της γερμανικής πλευράς, οι οποίες είχαν προκαλέσει δυσαρέσκεια στη Λευκωσία και ερμηνεύτηκαν ως έλλειψη στήριξης σε μια κρίσιμη συγκυρία.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης βρέθηκε στο Βερολίνο, με το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ να κυριαρχεί στις κοινές δηλώσεις. Οι δύο πλευρές εξέπεμψαν σαφές μήνυμα αποφυγής στρατιωτικής εμπλοκής, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη προστασίας της ναυσιπλοΐας και της ασφάλειας των πληρωμάτων.
Η ένταση της επικαιρότητας περιόρισε τις αναφορές σε άλλα κρίσιμα ζητήματα της διμερούς και ευρωπαϊκής ατζέντας, όπως η ενεργειακή πολιτική, το μεταναστευτικό και ο συντονισμός για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, οι δηλώσεις των δύο υπουργών κατέδειξαν μια συγκρατημένη αλλά θετική αποτίμηση των σχέσεων, με αναφορές σε στενή συνεργασία και περιθώρια περαιτέρω εμβάθυνσης.
Ωστόσο, παραμένουν προκλήσεις. Ιστορικές εκκρεμότητες και ζητήματα που άπτονται της συλλογικής μνήμης εξακολουθούν να επηρεάζουν το κλίμα, ενώ κατά καιρούς προκύπτουν εντάσεις, είτε λόγω της ιδιαίτερης σχέσης της Γερμανίας με την Τουρκία είτε εξαιτίας χειρισμών που δοκιμάζουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Ερωτήματα προκάλεσε επίσης η επιφυλακτική στάση της γερμανικής πλευράς σχετικά με την προοπτική ένταξης της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, καθώς και οι αναφορές στο Κυπριακό, όπου εκφράστηκε η εκτίμηση ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ δεν οδήγησε τελικά σε λύση. Παρά ταύτα, τονίστηκε ότι οι ευρωπαϊκοί εταίροι δεν μπορούν να τηρούν ουδέτερη στάση και ότι ενδεχομένως να διαμορφώνεται νέο πεδίο διαλόγου.
Οι επόμενες επαφές, με προγραμματισμένη συνάντηση στην Αθήνα τον Μάιο, θεωρούνται κρίσιμες για τη συνέχιση του διαλόγου. Σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, η ενίσχυση της συνεργασίας και η έμπρακτη οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ των εταίρων καθίστανται πιο αναγκαίες από ποτέ.