Η επίσημη ίδρυση του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, η οποία συνοδεύτηκε από έντονα επικοινωνιακά στοιχεία, σηματοδοτεί την έναρξη μιας σκληρής πολιτικής αναμέτρησης με το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη. Στο επίκεντρο αυτής της μάχης βρίσκεται η κατάκτηση της δεύτερης θέσης στις επερχόμενες εκλογές και η ανάδειξη του κυρίαρχου πόλου στην αξιωματική αντιπολίτευση.
Οι δύο πλευρές παρατάσσουν τα δικά τους όπλα σε έναν ανταγωνισμό που αποκτά έντονα προσωποκεντρικό χαρακτήρα. Η στρατηγική του Αλέξη Τσίπρα βασίζεται στο προσωπικό του πολιτικό εκτόπισμα και στο rebranding που επιχειρεί, αυτοπροβαλλόμενος ως ο βασικός και γνώριμος αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το κόμμα του εισέρχεται στην πολιτική σκηνή με μια υβριδική, ψηφιακή οργανωτική δομή και μια ρητορική που εστιάζει στον «νέο πατριωτισμό» και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης στηρίζεται στους ισχυρούς παραδοσιακούς μηχανισμούς του ΠΑΣΟΚ, την οργανωμένη του βάση στην τοπική αυτοδιοίκηση και τον συνδικαλισμό, καθώς και στο μοντέλο της άμεσης επαφής με τους πολίτες.
Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ υιοθετεί μια πιο επιθετική ρητορική καταγγελιών, επιχειρώντας να συσπειρώσει το Κέντρο αλλά και να αναδείξει το κυβερνητικό παρελθόν του Αλέξη Τσίπρα.
Η δημοσκοπική ανατροπή και οι προκλήσεις
Οι πρώτες δημοσκοπικές καταγραφές αποτυπώνουν ήδη τους κραδασμούς στην Κεντροαριστερά, με την πρόσφατη μέτρηση της εταιρείας Interview για το Politic.gr να δείχνει το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα να περνά οριακά στη δεύτερη θέση με 12,8%, αφήνοντας το ΠΑΣΟΚ τρίτο με 12,3%, την ώρα που η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα με 26,1%. Στην ίδια μέτρηση, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού καταγράφεται στο 7,5%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν εκμηδενίζεται.
Η σύγκρουση μεταξύ των δύο πλευρών αναμένεται να είναι μακρά και γεμάτη ένταση. Το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη εξαπολύσει βολές, κάνοντας λόγο για «ιδιωτικό κόμμα» και αφήνοντας αιχμές για μετεκλογική συνεργασία του κ. Τσίπρα με τη Νέα Δημοκρατία. Η ουσία είναι ότι και οι δύο διεκδικητές της δεύτερης θέσης στρέφουν την ατζέντα τους προς τα αριστερά, επιδιώκοντας να κερδίσουν την αντισυστημική ψήφο.
Αυτή η επιλογή, ωστόσο, εγκυμονεί τον κίνδυνο να αφήσει ελεύθερο τον χώρο του πολιτικού Κέντρου στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ παράλληλα αυξάνει τον ανταγωνισμό σε μια ήδη κορεσμένη δεξαμενή ψηφοφόρων, όπου δραστηριοποιούνται και άλλα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς.