Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα και η ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας Ελλάδας-Γαλλίας για άλλα πέντε χρόνια δεν είναι μια τυπική εξέλιξη.
Είναι μια κίνηση με σαφές στρατηγικό αποτύπωμα, που επανατοποθετεί την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό χάρτη ασφάλειας.
Την ίδια στιγμή, όμως, αναδεικνύει και μια λιγότερο ορατή αλλά εξαιρετικά κρίσιμη πραγματικότητα: Η Αθήνα διατηρεί ταυτόχρονα στενές σχέσεις με δυνάμεις που μεταξύ τους εμφανίζουν τριβές.
Η συμφωνία με το Παρίσι αποτελεί, ουσιαστικά, τον μοναδικό ευρωπαϊκό μηχανισμό αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής με πραγματικό περιεχόμενο. Η Γαλλία δεν περιορίζεται σε δηλώσεις. Διαθέτει στρατιωτική παρουσία, επιχειρησιακή κουλτούρα και πολιτική βούληση να παρέμβει στην Ανατολική Μεσόγειο. Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε ένα επίπεδο αποτροπής που καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει προσφέρει μέχρι σήμερα, σε μια Ευρώπη που συχνά διστάζει να μετατρέψει τη ρητορική σε ισχύ. Την ίδια ώρα, η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Είναι πιο επιχειρησιακή, πιο τεχνολογική και πιο άμεση.
Από τα συστήματα επιτήρησης και τα drones μέχρι τη συνεργασία στην τεχνητή νοημοσύνη και την αντιπυραυλική άμυνα, η Ελλάδα αντλεί κρίσιμη τεχνογνωσία και επιχειρησιακή εμπειρία. Παράλληλα, η συνεργασία αυτή δεν περιορίζεται στην απλή προμήθεια συστημάτων, αλλά ανοίγει τον δρόμο για τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την ουσιαστική αναζωογόνηση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, μετατρέποντας το στρατηγικό πλεονέκτημα σε παραγωγικό εθνικό κεφάλαιο.
Ωστόσο, οι σχέσεις Γαλλίας-Ισραήλ δοκιμάζονται υπό το βάρος των εξελίξεων στον Λίβανο, δημιουργώντας μια λεπτή ισορροπία για την Αθήνα. Σε αυτό το ήδη σύνθετο σκηνικό προστίθεται και η διάσταση των ΗΠΑ.
Οι πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την Ελλάδα αποτυπώνουν ένα κλίμα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της δυτικής ασφάλειας, αλλά οι σχέσεις της με τη Γαλλία δεν βρίσκονται στο καλύτερο σημείο, αναδεικνύοντας τις εσωτερικές τριβές του δυτικού στρατοπέδου. Ετσι, η Ελλάδα εμφανίζεται να διατηρεί ταυτόχρονα ισχυρούς δεσμούς και με τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Σε αυτό το πλέγμα προστίθεται και η κρίσιμη ενεργειακή διάσταση.
Η Αθήνα αναδεικνύεται σε στρατηγική πύλη εισόδου LNG και κεντρικό κόμβο ηλεκτρικών διασυνδέσεων, στοιχείο που ενισχύει με γεωμετρική πρόοδο τη σημασία της για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, καθιστώντας τη στρατιωτική συνεργασία μέρος μιας ευρύτερης οικονομικής και ενεργειακής θωράκισης της Δύσης, όπου η Ελλάδα λειτουργεί ως κρίσιμος κόμβος και όχι απλώς ως πέρασμα. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αυτή η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική εμπεριέχει κινδύνους.
Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα μπορεί να τη μετατρέψει σε εργαλείο ισχύος. Η απάντηση βρίσκεται στην ικανότητά της να λειτουργήσει, όχι ως παθητικός αποδέκτης συμμαχιών, αλλά ως ενεργός κόμβος τους. Η Αθήνα έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε δίαυλο επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ εταίρων που δεν βρίσκονται πάντοτε σε απόλυτη σύμπλευση. Να αποτελέσει, δηλαδή, τον κρίσιμο «ενδιάμεσο χώρο», όπου οι διαφορετικές στρατηγικές συγκλίνουν, χωρίς να συγκρούονται.
Παράλληλα, μπορεί να μετατρέψει τις διμερείς σχέσεις σε ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών. Τα σχήματα όπως το 3+1 (Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ με τη συμμετοχή των ΗΠΑ) μπορούν να λειτουργήσουν ως πλατφόρμες, όπου η γαλλική παρουσία θα μπορούσε να ενσωματωθεί με τρόπο που ενισχύει τη συνοχή της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια περίοδο όπου άλλοι παίκτες επιχειρούν να δημιουργήσουν ζώνες επιρροής εις βάρος της. Ετσι, η Ελλάδα παύει να είναι απλώς ένας εταίρος και μετατρέπεται σε αρχιτέκτονα περιφερειακών ισορροπιών.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι αυτή η πολυεπίπεδη δικτύωση ενισχύει άμεσα την αποτρεπτική της ισχύ. Ο συνδυασμός γαλλικής στρατιωτικής ισχύος, ισραηλινής τεχνολογίας και αμερικανικής στρατηγικής κάλυψης δημιουργεί ένα μοντέλο άμυνας με ποιοτικά χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν το άθροισμα των επιμέρους συνεργασιών.
Σε μια περίοδο όπου η Τουρκία επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της μέσα από μία όλο και πιο επιθετική και αντιφατική στρατηγική αναθεωρητισμού, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να προβάλλει το ακριβώς αντίθετο πρότυπο, δηλαδή μια δύναμη σταθερότητας, προβλεψιμότητας και πολλαπλών στρατηγικών συνδέσεων. Μέσα από αυτό το ισχυρό πλέγμα, η χώρα ουσιαστικά αποδομεί και ακυρώνει στην πράξη το τουρκικό αναθεωρητικό αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», όχι μέσω στείρας αντιπαράθεσης, αλλά μέσω της διεθνούς νομιμοποίησης και των τετελεσμένων που δημιουργούν οι πολυμερείς συνεργασίες.
Η γεωπολιτική αξία μιας χώρας δεν καθορίζεται μόνο από τις συμμαχίες της, αλλά και από τη θέση που καταλαμβάνει μέσα σε αυτές. Και η Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν βρίσκεται στο περιθώριο των εξελίξεων, βρίσκεται στο σημείο όπου αυτές διασταυρώνονται!
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr