Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, πραγματοποίησε τετραήμερη επίσκεψη στο Πεκίνο, την πρώτη Καναδού ηγέτη από το 2017, με στόχο την αποκατάσταση και αναπροσαρμογή των διμερών σχέσεων έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο εντάσεων κατά τη διακυβέρνηση Τριντό.
Η κίνηση εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική του Πεκίνου για αντικατάσταση της ξένης τεχνολογίας με εγχώρια προϊόντα, καθώς εντείνονται οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο τεχνολογικός ανταγωνισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το κόστος που θα μπορούσαν να καταβάλουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για την απόκτηση της Γροιλανδίας από τη Δανία εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει έως και τα 700 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τρεις πηγές που μίλησαν στο NBC.
Ζήτησε από το ΝΑΤΟ να απαιτήσει από τη Δανία να απομακρύνει Ρώσους και Κινέζους από τη Γροιλανδία, υπογραμμίζοντας ότι «δύο έλκηθρα με σκύλους δεν θα το κάνουν – μόνο οι ΗΠΑ μπορούν».
Η επίσκεψη Κάρνεϊ σηματοδοτεί την πρόθεση του Καναδά να μειώσει την εξάρτησή του από την αμερικανική αγορά και να διευρύνει τις εμπορικές και στρατηγικές του συνεργασίες.
Η προειδοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών 25% σε χώρες που διατηρούν εμπορικές σχέσεις με το Ιράν απειλεί να αναζωπυρώσει τις εντάσεις με το Πεκίνο, τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της Τεχεράνης.
Οι μακροχρόνιες αμερικανικές κυρώσεις, που έχουν στόχο τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, έχουν περιορίσει δραστικά τους αγοραστές του ιρανικού πετρελαίου, αφήνοντας την Κίνα ως έναν από τους ελάχιστους σταθερούς πελάτες.
Η κυριαρχία της Κίνας σε όλα τα στάδια της αλυσίδας – από την εξόρυξη έως τη διύλιση και την επεξεργασία – αποτελεί εδώ και χρόνια αδύναμο σημείο για τις ανεπτυγμένες οικονομίες, ωστόσο οι πρόσφατοι περιορισμοί, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις εξαγωγές προς την Ιαπωνία, έχουν εντείνει τις ανησυχίες.
Η Κίνα εξέφρασε την αντίθεσή της σε μονομερείς κυρώσεις και σε εξωχώρια νομοθεσία μετά από ανάρτηση του Ντόναλντ Τραμπ, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία προειδοποιούσε ότι οι χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν θα αντιμετωπίσουν δασμό 25% στις εμπορικές συναλλαγές με τις ΗΠΑ.
Η Κίνα φέρεται να έχει καταλήξει σε συμφωνία με τη Χιλή για την κατασκευή ενός εκτεταμένου υποθαλάσσιου δικτύου οπτικών ινών, το οποίο θα συνδέει απευθείας τις δύο πλευρές του Ειρηνικού Ωκεανού.
Οι ευρωπαϊκές διεργασίες λαμβάνουν χώρα στον απόηχο των πρόσφατων δηλώσεων του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, ώστε να αποτραπεί μελλοντική ρωσική ή κινεζική επιρροή στο νησί.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσαν στο Reuters ότι η επιχείρηση κατά του Μαδούρο είχε ως έναν από τους βασικούς στόχους να ανακόψει αυτή την πορεία, τονίζοντας πως η εποχή κατά την οποία το Πεκίνο εξασφάλιζε φθηνό πετρέλαιο μέσω δανείων προς το Καράκας έχει πλέον λήξει.
Σύμφωνα με Ισραηλινούς αξιωματούχους ασφαλείας, τόσο η Μοσάντ όσο και η Σιν Μπετ εκφράζουν έντονες ανησυχίες για την παρουσία Κινέζων εργαζομένων σε μεγάλα κατασκευαστικά έργα κοντά σε κρίσιμες στρατιωτικές και μυστικές εγκαταστάσεις.
Παρά τα επιχειρησιακά κενά της Κίνας, η Ταϊβάν δεν εφησυχάζει. Ανώτατοι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να υποτιμηθεί η αποφασιστικότητα του Πεκίνου, το οποίο ενδέχεται να αναζητήσει εναλλακτικούς τρόπους για να αντισταθμίσει τις αδυναμίες του και να ασκήσει πίεση στο νησί.
Σε αυτό το νέο, ρευστό περιβάλλον, η λογική των μεγάλων ανταλλαγμάτων και των ζωνών επιρροής φαίνεται να επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής.
Κοινές ναυτικές ασκήσεις με την ονομασία «WILL FOR PEACE 2026» ξεκίνησαν το Σάββατο 10 Ιανουαρίου στα χωρικά ύδατα της Νότιας Αφρικής, με τη συμμετοχή της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν, στο πλαίσιο της συνεργασίας των χωρών του BRICS Plus.
Παρά τη ρητορική περί πολυπολικότητας, τόσο το Πεκίνο όσο και η Μόσχα επιλέγουν τον ρεαλισμό και τον υπολογισμό κόστους–οφέλους, αποφεύγοντας κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άμεση αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.