Οι δύο πλευρές εμφανίζονται αμετακίνητες από τις θέσεις τους, με την Τεχεράνη να κατηγορεί την Ουάσινγκτον για προσπάθεια επιβολής μονομερών και ταπεινωτικών όρων, προειδοποιώντας παράλληλα με πρωτοφανή στρατιωτική απάντηση σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης.
Παρά την εύθραυστη εκεχειρία που ισχύει αυτή τη στιγμή, η σύγκρουση έχει ήδη καταρρίψει θεμελιώδεις παραδοχές χρόνων και έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα που θα επηρεάσουν την περιοχή για τις επόμενες δεκαετίες, μέσα από επτά καθοριστικές δυναμικές:
Σε κοινή επιχείρηση καταστολής που πραγματοποίησαν οι αρχές της Κίνας, των Ηνωμένων Πολιτειών και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, συνελήφθησαν 276 άτομα τα οποία φέρονται να εμπλέκονται σε υποθέσεις τηλεπικοινωνιακής απάτης.
Ο επικεφαλής των Ιρανών διαπραγματευτών και πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Γαλιμπάφ διορίστηκε επίσης ειδικός απεσταλμένος για τις σχέσεις του Ιράν με την Κίνα
Η αμερικανική τακτική, που βασίζεται σε δημόσιες απειλές, τελεσίγραφα και προσωπικές προσβολές, δείχνει να έχει εγκλωβίσει τις δύο πλευρές σε ένα επικίνδυνο τέλμα, υπονομεύοντας τις προσπάθειες για τον τερματισμό μιας σύγκρουσης που συμπληρώνει ήδη έντεκα εβδομάδες και συνεχίζει να κλονίζει την παγκόσμια οικονομία.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η επιφυλακτική στάση και η παρατεταμένη σιωπή του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, γύρω από το ζήτημα της Ταϊβάν, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της διήμερης συνόδου κορυφής με τον Κινέζο ηγέτη, Σι Τζινπίνγκ.
Σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, οι διαδοχικές αυτές επαφές αναδεικνύουν τη στρατηγική επιλογή του Πεκίνου να λειτουργεί ως ισορροπιστής, διατηρώντας ανοιχτούς διαύλους τόσο με τη Μόσχα όσο και με την Ουάσιγκτον.
Στη κρίσιμη συνδιάσκεψη αναθεώρησης που πραγματοποιείται στη Νέα Υόρκη, οι διπλωμάτες καλούνται να αξιολογήσουν τους τρεις θεμελιώδεις πυλώνες της συνθήκης—τη μη διάδοση, τον αφοπλισμό και την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας.
Οι αρχές της Ταϊβάν υπερασπίστηκαν τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων προς τη νήσο, τονίζοντας ότι βασίζονται στη νομοθεσία των Ηνωμένες Πολιτείες και λειτουργούν ως κοινός αποτρεπτικός παράγοντας απέναντι στις αυξανόμενες περιφερειακές απειλές.
Ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε την Ταϊβάν να μην προχωρήσει σε επίσημη ανακήρυξη ανεξαρτησίας από την Κίνα, μετά την ολοκλήρωση της διήμερης συνόδου κορυφής με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Γουάνγκ Γι, κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν να συνεχίσουν την επίλυση των διαφορών τους μέσω διαλόγου και διαπραγματεύσεων, με φόντο την ένταση στη Μέση Ανατολή και τις εξελίξεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.
Η συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ και τον Σι Τζινπίνγκ, παρουσιάστηκε με προσεκτικά σκηνοθετημένες εικόνες «φιλίας», επιχειρώντας να δημιουργήσει την αίσθηση μιας νέας προσέγγισης στις σχέσεις Ουάσινγκτον – Πεκίνου.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν δήλωσε ότι η κυβέρνηση της Ταϊπέι παρακολούθησε στενά τη συνάντηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, με τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, τονίζοντας ότι διατηρείται «καλή επικοινωνία» με την Ουάσινγκτον.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε θετικός στο ενδεχόμενο το Ιράν να παγώσει το πυρηνικό του πρόγραμμα για διάστημα 20 ετών, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι απαιτείται «ουσιαστική και πραγματική δέσμευση» από την Τεχεράνη.
Παρά το θερμό κλίμα και τις φιλοφρονήσεις μπροστά στις κάμερες, η δημόσια αυτή χορογραφία επιχειρεί να καλύψει τη σκληρή πραγματικότητα, καθώς οι στρατηγικές δυνάμεις που διαμορφώνουν τις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων συνεχίζουν να τις οδηγούν σε τροχιά σύγκρουσης.
Αν και η Ουάσινγκτον προσέβλεπε στην καταλυτική παρέμβαση της Κίνας λόγω των στενών οικονομικών και διπλωματικών δεσμών της με την Τεχεράνη, τα αποτελέσματα των συνομιλιών δείχνουν ότι το Πεκίνο δεν μετακινήθηκε από τις πάγιες θέσεις του.
Το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών, με μια ιδιαίτερα αιχμηρή τοποθέτηση, χαρακτήρισε τον πόλεμο αδικαιολόγητο, τονίζοντας ότι η διεθνής κοινότητα απαιτεί μια διαρκή κατάπαυση του πυρός και την απρόσκοπτη λειτουργία των θαλάσσιων εμπορικών οδών.