Στο επίκεντρο βρίσκεται το σχέδιο 15 σημείων του Ντόναλντ Τραμπ, με την Τεχεράνη να φέρεται πως έχει ήδη υποβάλει την επίσημη απάντησή της, σύμφωνα με πληροφορίες του πρακτορείου Tasnim που μετέδωσε το Reuters.
Η άσκηση πίεσης στα Στενά —μέσω αποκλεισμών, διοδίων ή πολιτικών ελέγχων στα πλοία— δεν περιορίζεται μόνο στην τοπική περιοχή: λειτουργεί ως σημείο συμφόρησης για την παγκόσμια οικονομία, επηρεάζοντας άμεσα τις τιμές της ενέργειας, την ασφάλεια του εφοδιασμού και πλέον τους κανόνες του νομισματικού παιχνιδιού γύρω από το πετρέλαιο.
Σε μια σειρά από καταιγιστικές δηλώσεις προχώρησε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, από τον Λευκό Οίκο, κάνοντας λόγο για μια «τεράστια επιτυχία» της αμερικανικής στρατηγικής έναντι του Ιράν.
Αισθητά πιο αυστηρή εμφανίζεται η διαπραγματευτική γραμμή της Τεχεράνη μετά την έναρξη του πολέμου, με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης να ενισχύει την επιρροή του στη λήψη αποφάσεων, σύμφωνα με ανώτερες πηγές.
Το αμερικανικό δίκτυο εντάσσει τη στάση του πρώην προέδρου στη λεγόμενη τακτική «TACO» (“Trump Always Chickens Out”), έναν όρο που καθιερώθηκε από τον αρθρογράφο των Financial Times Robert Armstrong, για να περιγράψει την πρακτική απειλών και στη συνέχεια υπαναχώρησης.
Σοβαρά ερωτήματα για πιθανή χρήση εσωτερικής πληροφόρησης προκαλούν μαζικά στοιχήματα που καταγράφηκαν το τελευταίο Σαββατοκύριακο στην πλατφόρμα Polymarket, σχετικά με ενδεχόμενη κατάπαυση του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται αμέσως μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει το τελεσίγραφο για βομβαρδισμούς κατά της Τεχεράνης, κάνοντας λόγο για «παραγωγικές συνομιλίες».
Υπέρ μιας πολιτικής λύσης στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή τάχθηκε η Ρωσία, την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες εντείνουν τις διπλωματικές επαφές με την Τεχεράνη.
Η αντιπαράθεση για τον έλεγχο του Στενό του Ορμούζ και κρίσιμων ενεργειακών υποδομών αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα της σύγκρουσης με το Ιράν, την ώρα που Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ επανεξετάζουν τη στρατηγική τους.
ύμφωνα με πληροφορίες του Axios, η ομάδα του Ντόναλντ Τραμπ, με τη συμμετοχή των Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρετ Κούσνερ, επεξεργάζεται ένα πλαίσιο πιθανής ειρηνευτικής συμφωνίας με την Τεχεράνη, το οποίο βασίζεται σε έξι βασικούς όρους.
Οι ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται απρόθυμες να εμπλακούν άμεσα, όχι μόνο λόγω ανησυχιών για τις συνέπειες της σύγκρουσης, αλλά και εξαιτίας της δυσαρέσκειας για τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσινγκτον προχώρησε στρατιωτικά, χωρίς ευρεία διαβούλευση και εκτός σαφούς διεθνούς πλαισίου.
Διαφοροποιήσεις ως προς τους στρατηγικούς στόχους στο Ιράν εντοπίζει ο Ραζ Ζιμτ, διευθυντής του προγράμματος για το Ιράν στο Ινστιτούτο Μελετών για την Εθνική Ασφάλεια (INSS), επισημαίνοντας ότι Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ δεν ταυτίζονται πλήρως.
Η κρίση έχει λάβει διαστάσεις που απειλούν με μόνιμη αποσταθεροποίηση την περιοχή, αναγκάζοντας ακόμα και τους πιο σκληροπυρηνικούς δρώντες να αναλογιστούν το δυσβάσταχτο κόστος μιας περαιτέρω κλιμάκωσης.
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται το ισραηλινό σχέδιο για την επιχειρησιακή απομόνωση του νότιου Λιβάνου, με τις εικόνες από την καταστροφή της ιστορικής γέφυρας Κασμίγια να κάνουν τον γύρο του διαδικτύου.
Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν εισέρχεται σε ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση, καθώς οι επιθέσεις επεκτείνονται πλέον σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, σηματοδοτώντας τη σοβαρότερη κλιμάκωση από την έναρξή της.
Η ανταλλαγή απειλών εντείνει την ανησυχία για περαιτέρω κλιμάκωση στην περιοχή, με επίκεντρο ένα από τα πιο κρίσιμα περάσματα της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.
Σε μια ριζική αλλαγή δόγματος προχωρά το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας, εγκαταλείποντας την αποκλειστική εξάρτηση από πανάκριβα οπλικά συστήματα προς όφελος των «φθηνών και μαζικών» drones.
Σε μια επίδειξη ισχύος που αλλάζει τις ισορροπίες του πολέμου, το Ιράν διαμήνυσε πως «καμία περιοχή δεν είναι ασφαλής», επιβεβαιώνοντας πως η πρόσφατη πυραυλική επίθεση στο νότιο Ισραήλ είχε ως άμεσο στόχο την πυρηνική τεχνογνωσία της χώρας.
Οποιοδήποτε πλήγμα σε εγκαταστάσεις καυσίμων και ενέργειας του Ιράν θα οδηγήσει σε στοχευμένες επιθέσεις εναντίον ενεργειακών δικτύων, πληροφοριακών συστημάτων και μονάδων αφαλάτωσης που ανήκουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή.