Η κλιμάκωση του πολέμου στον Περσικό Κόλπο επιβαρύνει τις σχέσεις μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να αναβάλλει την προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Πεκίνο και τη συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ, επικαλούμενος τις εξελίξεις στο Ιράν.
Η προσφορά αυτή κατατίθεται σε μια χρονική συγκυρία όπου η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο ενέργειας, ιδιαίτερα μετά τον περιορισμό της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου
Η πολυαναμενόμενη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα, η οποία είχε προγραμματιστεί αρχικά για τα τέλη Μαρτίου, αναβάλλεται επισήμως για τουλάχιστον πέντε έως έξι εβδομάδες.
Η στρατιωτική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επεκτείνεται απροσδόκητα στο αφρικανικό μέτωπο, με τις ΗΠΑ να προχωρούν, τον Μάρτιο του 2026, στον χαρακτηρισμό των Μουσουλμάνων Αδελφών εντός του σουδανικού στρατού ως τρομοκρατικής οργάνωσης.
Η σχέση Πεκίνου-Τεχεράνης, αν και στερείται ιδεολογικού βάθους, εδράζεται σε μια στρατηγική σύμπνοια 25ετούς διάρκειας με επενδύσεις ύψους $400 δισ. από την Κίνα.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, ανέβαλε την προγραμματισμένη επίσκεψή του στην Κίνα στις αρχές Απριλίου, επικαλούμενος τις εξελίξεις που σχετίζονται με τον πόλεμο στο Ιράν. Όπως δήλωσε, σκοπεύει να πραγματοποιήσει το ταξίδι σε «πέντε με έξι εβδομάδες», προκειμένου να συναντηθεί με τον Κινέζο πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ.
Καθησυχαστικός εμφανίστηκε ο οικονομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Κέβιν Χάσετ, αναφορικά με τις επιπτώσεις της έντασης στα Στενά του Ορμούζ, επισημαίνοντας ότι οι περιορισμοί που επιχειρεί να επιβάλει το Ιράν στη ναυσιπλοΐα δεν έχουν πλήξει την αμερικανική οικονομία.
Η Κίνα απαντά στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν μέσα από δύο παράλληλους άξονες: τον διπλωματικό και τον στρατιωτικό. Κινέζοι αξιωματούχοι εξαπολύουν δριμεία ηθική κριτική κατά των ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντάς τις ως μια χώρα «εθισμένη στον πόλεμο» που έχει χάσει τον προσανατολισμό της.
Για το Πεκίνο, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ δεν αποτελούν κεραυνό εν αιθρία, αλλά την τελική επιβεβαίωση ενός δόγματος δεκαετιών.
Σύμφωνα με το πρακτορείο Agence France-Presse, το Πεκίνο επιχειρεί να παρέμβει ενεργά στην κρίση, προσφέροντας στήριξη σε κράτη που βρίσκονται στη δίνη των εχθροπραξιών.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι ενδεχόμενη καθυστέρηση της επίσκεψης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο δεν θα οφείλεται στη στάση της Κίνας απέναντι στις εξελίξεις στο Στενό του Ορμούζ, αλλά στις αυξημένες υποχρεώσεις του Αμερικανού προέδρου στην Ουάσιγκτον λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος θέτει πλέον ως βασική προϋπόθεση τη συμβολή της Κίνας για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, μόλις δύο εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψή του στο Πεκίνο
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Άμυνας της Ταϊπέι, κατά το περασμένο Σαββατοκύριακο καταγράφηκε έντονη κινητικότητα με 26 πολεμικά αεροσκάφη —εκ των οποίων τα 16 παραβίασαν το FIR της Ταϊβάν— και επτά πολεμικά πλοία να πλέουν σε κοντινή απόσταση.
Σε ένα τεταμένο διπλωματικό σκηνικό, ο Ντόναλντ Τραμπ εντείνει τις πιέσεις προς τους διεθνείς συμμάχους του και την Κίνα, απαιτώντας τη συγκρότηση ενός «συνασπισμού για την ασφαλή ναυσιπλοΐα» στα Στενά του Ορμούζ.
Παρά τις απειλές του Αμερικανού προέδρου για το μέλλον της Συμμαχίας, η ανταπόκριση παραμένει υποτονική, με τις περισσότερες χώρες —συμπεριλαμβανομένων της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και της Αυστραλίας— να αρνούνται ευθέως τη στρατιωτική συμμετοχή.
Η επικείμενη συνάντηση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, με τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, πραγματοποιείται σε μια από τις πιο ασταθείς περιόδους της διεθνούς πολιτικής σκηνής.
Παράλληλα, μεγάλες οικονομίες ξεκινούν να απελευθερώνουν ποσότητες πετρελαίου από τα στρατηγικά τους αποθέματα, επιχειρώντας να αποτρέψουν πιθανές ελλείψεις και αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, η ροή ιρανικού πετρελαίου προς την κινεζική αγορά συνεχίζεται απρόσκοπτα, λειτουργώντας ως οικονομική «σανίδα σωτηρίας» για την Τεχεράνη.