Μια ανατομία των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που ισορροπεί ανάμεσα στις ιστορικές ρωγμές και την ανάγκη για ρεαλιστική συνεργασία, φιλοξενεί το τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων Anadolu.
Με αφορμή το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Άγκυρα, η ανάλυση της Δρ. Αϊσέ Κιουτσούκ σκιαγραφεί το πλαίσιο της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν, προκρίνοντας τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας παρά το γεγονός ότι τα «διαρθρωτικά προβλήματα» παραμένουν στον σκληρό πυρήνα της διένεξης.
Το βάρος του παρελθόντος και τα «αγκάθια» της κυριαρχίας
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι δύο χώρες βρίσκονται εγκλωβισμένες σε έναν κύκλο «επαναλαμβανόμενων συγκρούσεων», έχοντας βιώσει συνολικά 14 κρίσεις εξωτερικής πολιτικής. Η τουρκική οπτική, όπως αποτυπώνεται στο Anadolu, καταγράφει ως κύριες εστίες έντασης:
Τη στρατιωτικοποίηση των νησιών και τις διεκδικήσεις σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Το ζήτημα του FIR και το Κυπριακό.
Την πάγια προειδοποίηση για casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των 6 ναυτικών μιλίων.
Η «θετική ατζέντα» ως διπλωματικό ανάχωμα
Παρά την ακαμψία στα θέματα κυριαρχίας, η ανάλυση δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη Διακήρυξη των Αθηνών (2023), η οποία θεωρείται το «κλειδί» για την τρέχουσα μείωση των εντάσεων. Η στροφή προς μια «θετική ατζέντα» επικεντρώνεται σε τομείς όπου η σύγκρουση δίνει τη θέση της στη χρησιμότητα:
Οικονομία & Εμπόριο: Παρά τον στόχο των 10 δισ. δολαρίων, ο εμπορικός όγκος για το 2025 ανήλθε στα 6,7 δισ., αφήνοντας περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης.
Μεταναστευτικό & Τουρισμός: Τομείς που λειτουργούν ως πεδία πρακτικής συνεργασίας.
Μειονότητες: Σημειώνεται ότι το κλίμα ύφεσης επηρεάζει θετικά τις μειονότητες, ενώ αναφέρεται και η πιθανότητα συζήτησης για τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Το δόγμα του «καζάν – καζάν» Το Anadolu καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν και είναι μη ρεαλιστικό να αναμένονται θεαματικές λύσεις στα μεγάλα εθνικά ζητήματα, η θεσμοθετημένη συνεργασία διαμορφώνει μια «ελεγχόμενη γραμμή αμοιβαίου κέρδους».
Σε ένα ευμετάβλητο γεωπολιτικό περιβάλλον, η διατήρηση του διαλόγου σε θέματα «χαμηλής πολιτικής» φαίνεται να αποτελεί τη μοναδική βιώσιμη οδό για την αποφυγή νέων κλιμακώσεων και την οικοδόμηση μιας λειτουργικής, αν και δύσκολης, γειτονίας.