Στην Άγκυρα αφίχθη το μεσημέρι της Τρίτης ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συμμετέχοντας στη διήμερη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ (7-8 Ιουλίου), η οποία συγκεντρώνει τους ηγέτες και των 32 κρατών-μελών σε ένα ιδιαίτερα φορτισμένο γεωπολιτικό σκηνικό.
Πριν από το επίσημο δείπνο των ηγετών και την κεντρική συνεδρίαση της Τετάρτης, ο Αμερικανός πρόεδρος θα πραγματοποιήσει μια κρίσιμη κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Τούρκο ομόλογό του, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο προεδρικό μέγαρο.
Το ενδιαφέρον στρέφεται στις παλαιότερες δηλώσεις Τραμπ περί ενός «δώρου» που θα άφηνε ικανοποιημένη την Άγκυρα, πυροδοτώντας σενάρια για ενδεχόμενη αμερικανική υποστήριξη στο πρόγραμμα των F-35 ή για την προμήθεια κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς, KAAN.
Αναλύοντας το παρασκήνιο της επίσκεψης, η Τουρκάλα δημοσιογράφος Χαντέ Φιράτ επισημαίνει μέσω της εφημερίδας Hurriyet ότι η συνάντηση αυτή ξεπερνά το τυπικό διπλωματικό πρωτόκολλο, καθώς φέρνει στο τραπέζι μια βαριά και σύνθετη ατζέντα. Το γεγονός ότι ο Τραμπ ανταποκρίθηκε στην προσωπική πρόσκληση του Ερντογάν, παρά τη γνωστή επικριτική του στάση απέναντι στο ΝΑΤΟ και το οικονομικό του βάρος, μαρτυρά πως ο Λευκός Οίκος αναγνωρίζει πλέον την Τουρκία ως υπολογίσιμη περιφερειακή στρατιωτική δύναμη, δίνοντας παράλληλα βάρος στην προσωπική διπλωματία μεταξύ των δύο ηγετών.
Ωστόσο, ο γόρδιος δεσμός παραμένει ο νόμος CAATSA και οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Τουρκία μετά την αγορά των ρωσικών S-400, οι οποίες οδήγησαν στον αποκλεισμό της από την κοινοπραξία των F-35. Παρότι ο Τραμπ διαθέτει νομικά εργαλεία για προσωρινή αναστολή ή παράταση εξαιρέσεων, η πλήρης άρση των κυρώσεων απαιτεί την έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου, το οποίο εμφανίζεται βαθιά διχασμένο ανάμεσα σε όσους αναγνωρίζουν τη στρατηγική αξία της Άγκυρας και σε εκείνους που θέτουν ως απαράβατο όρο την απομάκρυνση των S-400.
Στο τεχνικό πεδίο, το πιο άμεσο στοίχημα για την Άγκυρα αφορά το πρόγραμμα του εγχώριου μαχητικού KAAN. Η Τουρκία εξαρτάται από την αγορά αμερικανικών κινητών General Electric F110, μια συμφωνία που αγγίζει τα 700 εκατομμύρια δολάρια. Η 9η Ιουλίου θεωρείται ημερομηνία-ορόσημο, καθώς εάν το Κογκρέσο δεν εγείρει ενστάσεις μέχρι τότε, η πώληση θα προχωρήσει, ξεμπλοκάροντας την παραγωγή. Αντίθετα, η πλήρης επιστροφή στα F-35 φαντάζει δύσκολη βραχυπρόθεσμα λόγω των περίπλοκων τεχνικών και πολυμερών διαδικασιών, με το πιο πιθανό σενάριο να αφορά τη δημιουργία ενός κοινού τεχνικού οδικού χάρτη. Για τον λόγο αυτό, η άμεση προτεραιότητα της Τουρκικής Αεροπορίας παραμένει το πακέτο εκσυγχρονισμού και αγοράς των F-16 Block 70, ύψους 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ώστε να αποφευχθεί οποιοδήποτε επιχειρησιακό κενό τα επόμενα χρόνια.
Η ατζέντα των δύο ηγετών θα περιλαμβάνει επίσης τις διεθνείς κρίσεις, με τον Ερντογάν να μεταφέρει στον Τραμπ μηνύματα από την πρόσφατη συνάντηση του Χακάν Φιντάν με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά και να συζητά το μέλλον της Συρίας. Στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, η Άγκυρα θα ευθυγραμμιστεί με τη θέση του Τραμπ για δίκαιο επιμερισμό των αμυντικών δαπανών, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας δεν πρέπει να την απομονώνει. Τέλος, αναμένεται να ασκηθεί πίεση προς την Ουάσιγκτον για τον περιορισμό της κυβέρνησης Νετανιάχου, την οποία η Τουρκία υποδεικνύει ως το βασικό εμπόδιο για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τη Hurriyet, το πλέον ρεαλιστικό αποτέλεσμα της συνάντησης περιλαμβάνει το πράσινο φως για τους κινητήρες του KAAN, την επιτάχυνση των F-16, έναν οδικό χάρτη για την άρση των κυρώσεων και την επιβεβαίωση του αναβαθμισμένου ρόλου της Τουρκίας στη Συμμαχία.