Μια αυστηρή προειδοποίηση προς τους ηγέτες του ΝΑΤΟ διατυπώνεται ενόψει της επερχόμενης Συνόδου Κορυφής στην Άγκυρα, με τον Σινάν Τζιντί να τονίζει ότι πρέπει να καταστεί σαφές στην Τουρκία πως η συμμετοχή της στη Συμμαχία είναι ασύμβατη με μια εξωτερική πολιτική που υπονομεύει τα συμφέροντα της Δύσης.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναμένεται να αξιοποιήσει τη φιλοξενία της Συνόδου για να προβάλει την εικόνα της Τουρκίας ως ενός δήθεν «υποδειγματικού και αναντικατάστατου» συμμάχου.
Ωστόσο, αν οι δυτικοί ηγέτες δεν τον αντιμετωπίσουν ευθέως, θα χάσουν την ευκαιρία να απαντήσουν στο κρίσιμο ερώτημα αν η Άγκυρα χρησιμοποιεί την ιδιότητά της ως μέλος του ΝΑΤΟ για να ενισχύσει τη Συμμαχία ή ως ασπίδα για να προστατεύσει πολιτικές που τη βλάπτουν.
Το διπλωματικό αυτό παράδοξο αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην προσπάθεια της Άγκυρας να ηγηθεί ενός νέου σουνιτικού πλαισίου ασφαλείας με χώρες όπως το Πακιστάν, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος, γεγονός που μαρτυρά την πρόθεσή της για στρατηγική αυτονόμηση εκτός ΝΑΤΟ, όπως άλλωστε φάνηκε και από το ενδιαφέρον της να ενταχθεί στους BRICS και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης.
Αν και η Τουρκία παρουσιάζει αυτό το σουνιτικό σύμφωνο ως μια προσπάθεια σταθεροποίησης της περιοχής λόγω της αποδυνάμωσης του Ιράν, στην πραγματικότητα κινδυνεύει να δημιουργήσει ένα παράλληλο μπλοκ που θα πλήξει τη συνοχή του ΝΑΤΟ και θα περιπλέξει την αμερικανική στρατηγική.
Παρότι η δημιουργία ενός επίσημου «σουνιτικού ΝΑΤΟ» φαντάζει απίθανη λόγω των εσωτερικών προβλημάτων του Πακιστάν και της απροθυμίας του Καΐρου και του Ριάντ να ευθυγραμμιστούν με την ιδεολογική ατζέντα του Ερντογάν, η προσπάθεια και μόνο αποδεικνύει τις προθέσεις της Άγκυρας.
Η πιο άμεση και ανησυχητική πρόκληση εντοπίζεται στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η Τουρκία επιχειρεί πλέον να μετατρέψει τις επεκτατικές διεκδικήσεις του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε εσωτερική νομοθεσία, αμφισβητώντας ευθέως την Ελλάδα και την Κύπρο και περιφρονώντας το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Η εξέλιξη αυτή απειλεί να πυροδοτήσει μια νέα κρίση ανάλογη με εκείνη της περιόδου 2019-2022, με ναυτικές κινητοποιήσεις και εντάσεις στον εναέριο χώρο. Οι ηγέτες του ΝΑΤΟ, και ειδικά ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, οφείλουν να διαμηνύσουν ότι οι απειλές κατά συμμάχων δεν θα γίνουν ανεκτές, ενώ οι ΗΠΑ πρέπει να προειδοποιήσουν με πάγωμα της αμυντικής συνεργασίας και η ΕΕ να συνδέσει τα οικονομικά και διπλωματικά προνόμια της Άγκυρας με την έμπρακτη αποκλιμάκωση.
Είναι εξάλλου υποκριτικό η Τουρκία να ζητά τη συμμόρφωση του Ισραήλ με το διεθνές δίκαιο και τα σύνορα του 1967, τη στιγμή που κατέχει παράνομα τη βόρεια Κύπρο από το 1974 και αποκλείει τη Λευκωσία από διεθνείς συνόδους, όπως η COP-31.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Σύνοδος της Άγκυρας αναμένεται να αποτελέσει το σκηνικό όπου η Τουρκία θα διεκδικήσει την επανένταξή της στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Οι αναλυτές ξεκαθαρίζουν ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε τεράστιο λάθος, καθώς η χώρα αποβλήθηκε δικαιολογημένα το 2019 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400 και δεν έχει κάνει τίποτα για να άρει τους λόγους της τιμωρίας της.
Το F-35 δεν είναι διπλωματικό τρόπαιο για να δοθεί σε μια κυβέρνηση που διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία, στηρίζει τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Χαμάς και απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο.
Τέλος, το ΝΑΤΟ οφείλει να στείλει ένα σαφές μήνυμα στον Ερντογάν για την κατάλυση του κράτους δικαίου στο εσωτερικό της χώρας, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την ωμή δικαστική παρέμβαση εις βάρος της εκλεγμένης ηγεσίας της αντιπολίτευσης (CHP).
Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ φέρει υποχρεώσεις και η Συμμαχία πρέπει να δείξει την αποφασιστικότητά της να υπερασπιστεί τις αρχές και την ασφάλειά της, μετατρέποντας τη Σύνοδο σε ένα αυστηρό τεστ για την Άγκυρα.