Μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να εμφανιστεί ως ο απόλυτος και αναντικατάστατος εταίρος της Δύσης έχει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.
Ο Τούρκος πρόεδρος επιχειρεί να πείσει τους συμμάχους ότι η χώρα του διαθέτει τη στρατιωτική ισχύ για να αναχαιτίσει τη ρωσική επιθετικότητα, τη διπλωματική αξιοπιστία για να σταθεροποιήσει τη Μέση Ανατολή λόγω των προσβάσεών της στον μουσουλμανικό κόσμο, αλλά και την ικανότητα να προστατεύσει τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα της ενότητας, αναλυτές προειδοποιούν ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι έτοιμη να υποκύψει στις τουρκικές πιέσεις, μια επιλογή που χαρακτηρίζεται ως εξαιρετικά επικίνδυνη για τα συμφέροντα της Δύσης.
Το παρασκήνιο των εξοπλιστικών είναι έντονο, καθώς στα τέλη Ιουνίου ο Λευκός Οίκος παρέκαμψε τις αντιρρήσεις του Κογκρέσου, γνωστοποιώντας την πρόθεσή του να προχωρήσει στην πώληση κινητήρων F110 της General Electric, αξίας άνω των 700 εκατομμυρίων δολαρίων, για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN.
Μάλιστα, ο Ντόναλντ Τραμπ, έχοντας στο πλευρό του τον Αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να ικανοποιήσει πλήρως τον Ερντογάν, ανοίγοντας ακόμη και την πόρτα της επιστροφής της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35.
Η κίνηση αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς η Τουρκία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα το 2019 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400 —οι οποίοι παραμένουν σε τουρκικό έδαφος— και η ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία (κυρώσεις CAATSA) απαγορεύει ρητά οποιαδήποτε παραχώρηση F-35 αν δεν απομακρυνθεί πλήρως το ρωσικό σύστημα.
Οι επικριτές της αμερικανικής στάσης υπογραμμίζουν ότι η συμπεριφορά της Άγκυρας κάθε άλλο παρά πιστό σύμμαχο θυμίζει. Από το 2024, η Τουρκία έχει αναπτύξει μαχητικά F-16 στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο, ενώ μόλις τον περασμένο Ιούνιο τουρκικά τζετ παρενοχλήσαν το αεροσκάφος που μετέφερε τους Υπουργούς Άμυνας της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας προς τη Λευκωσία για ευρωπαϊκή σύνοδο.
Παράλληλα, η τουρκική δραστηριότητα εκτείνεται από τις στρατιωτικές επεμβάσεις στη Συρία, τη Λιβύη και το Ιράκ, μέχρι το ξέπλυμα δισεκατομμυρίων παράνομων ιρανικών κεφαλαίων και την ανοιχτή φιλοξενία και χρηματοδότηση της ηγεσίας της Χαμάς στην Κωνσταντινούπολη.
Το βασικότερο επιχείρημα των αναλυτών κατά της παραχώρησης των κινητήρων F110 είναι ότι η ενίσχυση του προγράμματος KAAN δεν πρόκειται να δέσει την Τουρκία στο άρμα της Δύσης.
Αντίθετα, θα της προσφέρει αυτό ακριβώς που επιδιώκει ανοιχτά η Άγκυρα: μια πλήρη στρατηγική αυτονόμηση από το ΝΑΤΟ και ένα αυτόνομο στρατιωτικό εργαλείο, ελεύθερο από δυτικούς περιορισμούς. Οι φωνές που υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να υποχωρήσει για να μη «χάσει» την Άγκυρα προς όφελος της Μόσχας υπερεκτιμούν τις επιλογές του Ερντογάν.
Η Τουρκία παραμένει απόλυτα εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για τη συντήρηση και αναβάθμιση του στόλου των F-16 της. Ως εκ τούτου, η Σύνοδος της Άγκυρας μπορεί να παράξει όμορφες φωτογραφίες και κοινές διακηρύξεις, αλλά δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να επιβραβεύσει με προηγμένα όπλα μια κυβέρνηση που υπονομεύει τις θεμελιώδεις αξίες και την ίδια την αποστολή του ΝΑΤΟ.