Οι περισσότερες αναλύσεις για την Τουρκία εστιάζουν δικαιολογημένα στον νεοοθωμανισμό, στον ισλαμικό συντηρητισμό του καθεστώτος Ερντογάν ή στις σχέσεις της Άγκυρας με οργανώσεις και δίκτυα που προκαλούν ανησυχία στη Δύση και στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, καθώς η διεθνής σκηνή διέρχεται μια φάση έντονης ρευστότητας και οι περιφερειακές κρίσεις τείνουν να αλληλοτροφοδοτούνται, αναδεικνύεται μια άλλη διάσταση, λιγότερο συζητημένη αλλά ιδιαίτερα αποκαλυπτική: η εντυπωσιακή ομοιότητα της τουρκικής αναθεωρητικής στρατηγικής με τη μεθοδολογία που ακολουθεί εδώ και χρόνια η Κίνα στη Νότια Σινική Θάλασσα.
Η σύγκριση δεν αφορά το μέγεθος ή τη διεθνή ισχύ των δύο χωρών. Η Κίνα είναι παγκόσμια υπερδύναμη. Η Τουρκία παραμένει μια ισχυρή αλλά περιφερειακή δύναμη. Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι η ομοιότητα στη μέθοδο. Και η μέθοδος αυτή δεν βασίζεται στην άμεση σύγκρουση αλλά στη σταδιακή μεταβολή της πραγματικότητας μέχρι το σημείο όπου το παράνομο ή το αμφισβητούμενο αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως φυσιολογικό.
Η Κίνα δεν επέβαλε τις διεκδικήσεις της στη Νότια Σινική Θάλασσα μέσα από μια θεαματική στρατιωτική επιχείρηση. Ακολούθησε μια μακρά διαδικασία μικρών βημάτων: αλιευτικά σκάφη, ακτοφυλακή, διοικητικές αποφάσεις, τεχνητά νησιά, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, επίσημοι χάρτες και συνεχής παραγωγή νομικών και ιστορικών επιχειρημάτων.
Στη διεθνή βιβλιογραφία η πρακτική αυτή είναι γνωστή ως «salami slicing» — η στρατηγική των διαδοχικών μικρών κινήσεων που μεμονωμένα δεν προκαλούν αποφασιστική αντίδραση, αλλά αθροιστικά αλλάζουν τους συσχετισμούς ισχύος.
Η ομοιότητα με την τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο είναι εντυπωσιακή. Η Άγκυρα δεν ξεκίνησε με τη «Γαλάζια Πατρίδα». Προηγήθηκαν δεκαετίες θεωριών περί «γκρίζων ζωνών», αμφισβητήσεων του ελληνικού εναέριου χώρου, παραβιάσεων, υπερπτήσεων, NAVTEX, ερευνητικών αποστολών και διπλωματικών παρεμβάσεων.
Ακολούθησε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η κατάθεση συντεταγμένων στον ΟΗΕ και σήμερα η προσπάθεια να μετατραπεί η «Γαλάζια Πατρίδα» από πολιτικό σύνθημα σε επίσημο νομοθετικό και στρατηγικό δόγμα του τουρκικού κράτους.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μεταφέρει τον τουρκικό αναθεωρητισμό από το επίπεδο της πολιτικής ρητορικής στο επίπεδο της κρατικής θεσμικής υπόστασης, δημιουργώντας μια νέα βάση διεκδικήσεων για τις επόμενες δεκαετίες.
Εάν η κινεζική «Γραμμή των Εννέα Παυλών» (Nine-Dash Line) αποτέλεσε το εργαλείο με το οποίο το Πεκίνο επιχείρησε να επανασχεδιάσει τη γεωγραφία της Νότιας Σινικής Θάλασσας, η «Γαλάζια Πατρίδα» επιδιώκει να διαδραματίσει αντίστοιχο ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και στις δύο περιπτώσεις το ζητούμενο δεν είναι απλώς η προβολή ισχύος αλλά η δημιουργία ενός εναλλακτικού πλαισίου «νομιμότητας» που αμφισβητεί τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκονται τόσο το Αιγαίο όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο στα τουρκικά σχέδια θαλάσσιας κυριαρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό ακριβώς εντάσσεται σε μια ευρύτερη μορφή σύγκρουσης που οι σύγχρονες στρατηγικές αναλύσεις περιγράφουν ως «lawfare» — τη χρήση του δικαίου, των διεθνών οργανισμών, των χαρτών, της νομοθεσίας και των θεσμών ως εργαλείων γεωπολιτικής πίεσης.
Η Τουρκία δεν επιδιώκει μόνο να επιβάλει τις θέσεις της. Επιχειρεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι διεκδικήσεις της συνιστούν μία από τις πιθανές ερμηνείες του διεθνούς δικαίου. Ακριβώς όπως επιχείρησε να πράξει η Κίνα στην Ασία.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη ομοιότητα, ίσως η πιο σημαντική. Τόσο το Πεκίνο όσο και η Άγκυρα στηρίζουν μέρος της στρατηγικής τους στην πεποίθηση ότι οι αντίπαλοί τους θα διστάσουν να συγκρουστούν μαζί τους. Η Κίνα λόγω του τεράστιου οικονομικού και στρατιωτικού της εκτοπίσματος.
Η Τουρκία λόγω της γεωγραφικής της θέσης, του ρόλου της στο ΝΑΤΟ, του μεταναστευτικού και της αντίληψης που εξακολουθεί να κυριαρχεί σε αρκετές δυτικές πρωτεύουσες ότι είναι «πολύ σημαντική για να τιμωρηθεί».
Αυτή η δυτική διστακτικότητα, η οποία συχνά μεταφράζεται σε πολιτική κατευνασμού ή ισορροπιών, επιτρέπει στην Άγκυρα να εκμεταλλεύεται τα κενά ασφαλείας. Για την Ελλάδα, η πρόκληση έγκειται στο να πείσει τους συμμάχους της σε ΗΠΑ και ΕΕ ότι ο αναθεωρητισμός δεν είναι ένα διμερές πρόβλημα, αλλά μια συστημική απειλή για τη σταθερότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης.
Πρόκειται ουσιαστικά για το παράδοξο της γεωγραφίας: η ίδια η θέση της Άγκυρας ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα, που της προσφέρει αυτή τη μορφή «γεωπολιτικής ασυλίας», είναι και ο λόγος που η Δύση οφείλει να αναθεωρήσει τη στάση της. Η Άγκυρα έχει επενδύσει πολιτικά στο δόγμα ότι είναι «πολύ σημαντική για να τιμωρηθεί». Ότι η γεωγραφία της λειτουργεί ως στρατηγική ασπίδα απέναντι στις συνέπειες των ενεργειών της.
Πρόκειται για μια μορφή γεωπολιτικής ασυλίας που η τουρκική ηγεσία θεωρεί σχεδόν δεδομένη. Έτσι, θεωρεί ότι μπορεί να πιέζει, να εκβιάζει και να αναθεωρεί χωρίς να υφίσταται το κόστος που θα αντιμετώπιζε οποιοσδήποτε άλλος σύμμαχος.
Αυτό είναι και το πραγματικό διακύβευμα για την Ελλάδα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τουρκικές διεκδικήσεις. Είναι η σταδιακή προσπάθεια μετατροπής τους σε νέα κανονικότητα. Η εμπειρία της Νότιας Σινικής Θάλασσας δείχνει ότι οι αναθεωρητικές δυνάμεις δεν επιβάλλουν τις θέσεις τους όταν αλλάζουν τους χάρτες. Τις επιβάλλουν όταν πείθουν τους υπόλοιπους να συνηθίσουν την ύπαρξή τους.
Για την Αθήνα, λοιπόν, η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι απλώς μια ακόμη τουρκική πρόκληση. Είναι η απόπειρα εφαρμογής ενός δοκιμασμένου αναθεωρητικού μοντέλου στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου. Γιατί οι μεγάλες αναθεωρητικές δυνάμεις δεν κερδίζουν όταν αλλάζουν τους χάρτες. Κερδίζουν όταν πείθουν τους άλλους να θεωρούν φυσιολογική την αλλαγή τους.
ΠΗΓΗ: tomanifesto.gr