Χωρίς να αποκαλύπτει το περιεχόμενο της πρόσφατης επικοινωνίας μεταξύ Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Ντόναλντ Τραμπ, η φιλοκυβερνητική Χουριέτ περιορίζεται σε έμμεσες αναφορές, επιχειρώντας περισσότερο να εξηγήσει γιατί δεν δημοσιοποιήθηκαν λεπτομέρειες, παρά τι ακριβώς συζητήθηκε για τα F-35, τις κυρώσεις CAATSA και τις ανοιχτές εκκρεμότητες στις σχέσεις Άγκυρας–Ουάσιγκτον.
Ο αρθρογράφος Αμπντουλκαντίρ Σελβί συνδέει τη συνομιλία των δύο ηγετών με τα βασικά αγκάθια των διμερών σχέσεων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι στο τραπέζι βρέθηκαν τόσο το ζήτημα των αμερικανικών κυρώσεων όσο και η προμήθεια F-16, αλλά και το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Αν και δεν επικαλείται συγκεκριμένες πληροφορίες, παρουσιάζει την άρση των κυρώσεων ως κομβικό αίτημα για την τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Ο Σελβί αναφέρεται σε πρόσφατη επίσκεψη δημοσιογράφων στην αμυντική βιομηχανία TUSAŞ, όπου —όπως σημειώνει— στελέχη της εταιρείας επανέφεραν διαρκώς το πρόβλημα που προκαλούν οι κυρώσεις CAATSA σε κρίσιμα προγράμματα. Κατά την εκτίμησή του, οι περιορισμοί αυτοί δεν αποτελούν απλώς πολιτικό ζήτημα, αλλά ουσιαστικό εμπόδιο για την επιχειρησιακή ετοιμότητα της χώρας, σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζει ασταθές και πολεμικό.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και την υπόθεση της κρατικής τράπεζας Halkbank, εκφράζοντας την άποψη ότι θα μπορούσε να κλείσει σύντομα, ενώ προβλέπει ότι μέσα στο πρώτο τρίμηνο του έτους ο Τραμπ ενδέχεται να προχωρήσει σε κινήσεις που θα αφορούν τα ανοιχτά αυτά μέτωπα. Κατά τον αρθρογράφο, αυτή η προσδοκία εξηγεί και γιατί η επικοινωνία των δύο ηγετών περιγράφηκε ως «αποδοτική», χωρίς περαιτέρω δημόσιες εξηγήσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει, ωστόσο, στη στρατηγική επιλογή της Άγκυρας να διατηρεί χαμηλούς τόνους. Όπως υποστηρίζει, η αποφυγή δημοσίων δηλώσεων εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα, καθώς στις ΗΠΑ δραστηριοποιούνται ισχυρά λόμπι που διατηρούν εχθρική στάση απέναντι στην Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο, η σιωπή παρουσιάζεται ως συνειδητή μορφή παρασκηνιακής διπλωματίας.
Ο Σελβί υπερασπίζεται επίσης τη στάση του Ερντογάν απέναντι στον Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η προσωπική τους σχέση αποτελεί πλεονέκτημα για την Τουρκία σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας. Στρέφει τα πυρά του προς την αντιπολίτευση και ειδικά προς τον ηγέτη του CHP, Οζγκιούρ Οζέλ, κατηγορώντας τον ότι επιχειρεί να ωθήσει την κυβέρνηση σε μετωπική σύγκρουση με την Ουάσιγκτον, κάτι που —όπως σημειώνει— δεν θα απέφερε κανένα πρακτικό όφελος.
Πίσω από τις διατυπώσεις του άρθρου, διαφαίνεται η εκτίμηση ότι η τουρκική ηγεσία επενδύει εκ νέου στην προσωπική διπλωματία με τον Αμερικανό πρόεδρο, αποφεύγοντας τη δημόσια αντιπαράθεση και προσδοκώντας ανταλλάγματα στα κρίσιμα ζητήματα των κυρώσεων, των εξοπλισμών και των οικονομικών εκκρεμοτήτων. Έτσι, η «αποδοτική συνομιλία» λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό μήνυμα προς το εσωτερικό ακροατήριο, παρά ως ένδειξη άμεσων και συγκεκριμένων εξελίξεων στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.