Έντονη αντιπαράθεση καταγράφηκε στον ΟΗΕ σχετικά με την κρίση στα Στενά του Ορμούζ, με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν να ανταλλάσσουν βαριές κατηγορίες ενόψει της κατάθεσης νέου σχεδίου Απόφασης στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Ο Αμερικανός Μόνιμος Αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, πρέσβης Μάικλ Γουόλτς, μιλώντας μαζί με τους πρέσβεις των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), ανακοίνωσε ότι το σχέδιο Απόφασης που προωθούν οι ΗΠΑ σε συνεργασία με το Μπαχρέιν αναμένεται να τεθεί προς ψήφιση την επόμενη εβδομάδα.
Όπως υποστήριξε, το σχέδιο αποσκοπεί στην υπεράσπιση «της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας για τις οικονομίες ολόκληρου του κόσμου» στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία χαρακτήρισε «ακρογωνιαίο λίθο της παγκόσμιας σταθερότητας και του εμπορίου».
Ο κ. Γουόλτς κατηγόρησε την Τεχεράνη για «ναρκοθέτηση» και «επιβολή διοδίων», κάνοντας λόγο για «κατάφωρες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου». Επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το Δίκαιο της Θάλασσας, τις Συμβάσεις της Χάγης, την υπόθεση των Στενών της Κέρκυρας, το Εγχειρίδιο του Σαν Ρέμο και την Απόφαση 2817 του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρέσβη, το προτεινόμενο σχέδιο απαιτεί από το Ιράν να «σταματήσει τις επιθέσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας», να «παύσει τη ναρκοθέτηση και να απομακρύνει τις νάρκες του από διεθνή θαλάσσια οδό», να τερματίσει την «επιβολή διοδίων» και να επιτρέψει τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας μέσω της περιοχής.
«Μόλις αυτή την εβδομάδα, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν ανακοίνωσαν τη δημιουργία της λεγόμενης “Αρχής των Στενών του Περσικού Κόλπου”, μέσω της οποίας επιχειρείται η επιβολή υποχρεωτικής δήλωσης παρουσίας και πληρωμής διοδίων από διεθνή εμπορικά πλοία», υποστήριξε ο κ. Γουόλτς.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι ενέργειες της Τεχεράνης επηρεάζουν «ολόκληρο τον κόσμο», αυξάνοντας το κόστος ενέργειας και τροφίμων, ενώ δυσχεραίνουν και την ανθρωπιστική πρόσβαση.
Ο Αμερικανός διπλωμάτης παρουσίασε την υπόθεση ως κρίσιμο τεστ για το Συμβούλιο Ασφαλείας, διερωτώμενος αν τα κράτη-μέλη θα σταθούν στο πλευρό «ενός καθεστώτος που σφαγιάζει τον ίδιο του τον λαό» ή δίπλα στους περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέγουν να σταθούν υπέρ της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, υπέρ του διεθνούς δικαίου και στο πλευρό των εταίρων τους στον Κόλπο», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Απαντώντας, ο Ιρανός Μόνιμος Αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, πρέσβης Αμίρ Σάιντ Ιραβανί, απέρριψε το αμερικανο-μπαχρεϊνικό σχέδιο Απόφασης, χαρακτηρίζοντάς το «βαθιά προβληματικό, μονομερές και πολιτικά υποκινούμενο».
Ο Ιρανός διπλωμάτης υποστήριξε ότι οι αμερικανικοί ισχυρισμοί περί προστασίας της «ελευθερίας της ναυσιπλοΐας» δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι οι ενέργειες της Ουάσινγκτον «κλιμακώνουν την ένταση και εντείνουν την αστάθεια στην περιοχή».
Όπως τόνισε, η θέση της Τεχεράνης είναι πως «η μόνη βιώσιμη λύση στα Στενά του Ορμούζ είναι ο μόνιμος τερματισμός του πολέμου, η άρση του θαλάσσιου αποκλεισμού και η αποκατάσταση της κανονικής διέλευσης».
Κατηγόρησε επίσης τις ΗΠΑ ότι επιχειρούν, «υπό το πρόσχημα της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας», να νομιμοποιήσουν «παράνομες ενέργειες» κατά του Ιράν στον Περσικό Κόλπο, συμπεριλαμβανομένου — όπως είπε — του «παράνομου θαλάσσιου αποκλεισμού».
Ο κ. Ιραβανί υποστήριξε ακόμη ότι το προτεινόμενο σχέδιο παραβλέπει τη «βασική αιτία» της κρίσης, την οποία απέδωσε στην «παράνομη στρατιωτική επίθεση και χρήση βίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ισραηλινό καθεστώς» κατά του Ιράν.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η υιοθέτηση του σχεδίου θα έπληττε «σοβαρά την αξιοπιστία και την αμεροληψία του Συμβουλίου Ασφαλείας» και θα δημιουργούσε «επικίνδυνο προηγούμενο» για τη νομιμοποίηση μονομερών μέτρων καταναγκασμού.
Την ίδια ώρα, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ρωσίας στον ΟΗΕ απέδωσε την κλιμάκωση στην «απρόκλητη επιθετικότητα των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν».
Η Μόσχα εξέφρασε στήριξη στις διαμεσολαβητικές προσπάθειες του Πακιστάν και υπενθύμισε ότι, μαζί με την Κίνα, είχε μπλοκάρει στις 7 Απριλίου 2026 προηγούμενο σχέδιο Απόφασης για τα Στενά του Ορμούζ που είχε καταθέσει το Μπαχρέιν.
Παράλληλα, Ρωσία και Κίνα είχαν προωθήσει εναλλακτικό σχέδιο, το οποίο καλούσε τα εμπλεκόμενα μέρη να τερματίσουν τον πόλεμο, να απόσχουν από τη χρήση βίας και να επιλύσουν τις διαφορές τους μέσω διαπραγματεύσεων.
Η ρωσική πλευρά καταδίκασε επίσης τις επιθέσεις σε πολιτικές υποδομές στην περιοχή και στις χώρες του Κόλπου, απορρίπτοντας το σχέδιο Απόφασης ΗΠΑ–Μπαχρέιν ως «μη ισορροπημένο».