Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία το 2022, επιχείρησε ταυτόχρονα να ασκήσει πίεση στην Ευρώπη μειώνοντας δραστικά τις ροές φυσικού αερίου, μετατρέποντας την ενέργεια σε εργαλείο πολιτικού εκβιασμού. Η κρίση, ωστόσο, περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στη μαζική εισροή φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν μπορούσε να αγνοήσει τις επείγουσες ανάγκες των ευρωπαϊκών αγορών.
Σήμερα, όμως, οι επίμονες εντάσεις στις διατλαντικές σχέσεις αναζωπυρώνουν τις ανησυχίες ότι η αυξημένη εξάρτηση της Ευρώπης από το αμερικανικό φυσικό αέριο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε νέο σημείο πολιτικής πίεσης, ιδιαίτερα με έναν πρόεδρο όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει δείξει ότι δεν διστάζει να χρησιμοποιεί εμπορικά και οικονομικά «όπλα» για την προώθηση των στόχων του.
«Απλώς αντικαταστήσαμε μια μεγάλη εξάρτηση με μια άλλη», σημειώνει ο Χένινγκ Γκλόιστεϊν της Eurasia Group, επισημαίνοντας ότι αυτό που φαινόταν αναγκαίο και λογικό πριν από τρία χρόνια, σήμερα δεν θεωρείται πλέον αυτονόητα ασφαλές.
Η ενεργειακή εξάρτηση αποτελεί διαχρονικό στρατηγικό μειονέκτημα της Ευρώπης. Πριν από τον πόλεμο, το ρωσικό φυσικό αέριο κάλυπτε πάνω από το μισό των εισαγωγών της ΕΕ, με τεράστιες ποσότητες να φτάνουν μέσω αγωγών που διέσχιζαν την Ουκρανία, την Πολωνία και τη Βαλτική. Μετά την εισβολή, οι ροές αυτές σχεδόν κατέρρευσαν, οδηγώντας σε εκτίναξη των τιμών και σε σοβαρές πιέσεις για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κρατικούς προϋπολογισμούς.
Το κενό κάλυψαν οι ΗΠΑ, με δεξαμενόπλοια LNG να καταφθάνουν μαζικά σε ευρωπαϊκά λιμάνια, κυρίως στην Ολλανδία, τη Γαλλία και το Βέλγιο, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση της αγοράς. Αν μέχρι το 2019 οι αμερικανικές προμήθειες αντιστοιχούσαν μόλις στο 5% των ευρωπαϊκών εισαγωγών, σήμερα ξεπερνούν το 25%, καθιστώντας τις ΗΠΑ βασικό πυλώνα της ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ.
Αυτό που τότε θεωρήθηκε σωτήριο, πλέον αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα. Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ έχει επαναφέρει τη λογική χρήσης του εμπορίου ως μέσου πίεσης, γεγονός που ενισχύει τους φόβους ότι η ισχυρή θέση των ΗΠΑ στον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να μετατραπεί σε μοχλό γεωπολιτικού εξαναγκασμού.
Η ίδια η Ουάσιγκτον έχει ενθαρρύνει την αύξηση των ευρωπαϊκών εισαγωγών από τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας με την ΕΕ, με τις ροές LNG προς την Ευρώπη να αυξάνονται το 2025 κατά περίπου 60% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με το Bruegel. Οι αναλυτές θεωρούν πιθανή περαιτέρω άνοδο, καθώς το φυσικό αέριο παραμένει αναγκαίο τόσο για τη θέρμανση όσο και για τη βιομηχανία, παρά τη στροφή στις ανανεώσιμες πηγές.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή παραγωγή υδρογονανθράκων μειώνεται, καθώς τα κοιτάσματα εξαντλούνται και νέες γεωτρήσεις αποθαρρύνονται, ιδίως σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα, η ΕΕ προχωρά στη σταδιακή απεξάρτηση και από το ρωσικό αέριο, το οποίο πλέον αντιστοιχεί σε περίπου 12% των εισαγωγών, ενώ η Νορβηγία καλύπτει περίπου το 30%, αποτελώντας τον μεγαλύτερο προμηθευτή του μπλοκ.
Οι ΗΠΑ, ως κορυφαίος πλέον εξαγωγέας LNG παγκοσμίως, επενδύουν σε νέες μονάδες υγροποίησης, με την Ευρώπη να αποτελεί φυσικό προορισμό λόγω γεωγραφικής εγγύτητας. Η Κίνα, αντίθετα, έχει περιορίσει τις αγορές αμερικανικού LNG εξαιτίας των δασμών, αφήνοντας περισσότερο διαθέσιμο φορτίο για την ευρωπαϊκή αγορά.
Κάποιοι αναλυτές εκτιμούν ότι η αυξημένη προσφορά τα επόμενα χρόνια μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές. Άλλοι, ωστόσο, προειδοποιούν ότι ακόμη και η επιβολή έμμεσων μέτρων, όπως ένας εξαγωγικός φόρος στο αμερικανικό φυσικό αέριο, θα αρκούσε για να αυξήσει το κόστος για την Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, η πλήρης διακοπή ροών θεωρείται λιγότερο πιθανή, καθώς θα έπληττε τα συμφέροντα της ισχυρής αμερικανικής ενεργειακής βιομηχανίας — σε αντίθεση με τη Ρωσία, όπου το κράτος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη Gazprom ως εργαλείο πολιτικής στρατηγικής.
Παρά ταύτα, η Ευρώπη μοιάζει να πιέζεται πλέον και από ανατολάς και από δυσμάς. Εναλλακτικές υπάρχουν, αλλά απαιτούν μεγάλες επενδύσεις και πολιτικές αποφάσεις που μέχρι πρόσφατα δεν ήταν στο τραπέζι. Ενδεικτικά, η Γαλλία, με το εκτεταμένο πυρηνικό της πρόγραμμα, όχι μόνο εξάγει ηλεκτρική ενέργεια σε γειτονικές χώρες, αλλά εξετάζει και επενδύσεις σε νέους αντιδραστήρες εκτός συνόρων, ενισχύοντας τον ρόλο της στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη.
Η εικόνα του LNG σήμερα
Την ίδια ώρα, η διεθνής αγορά φυσικού αερίου βρίσκεται σε αναταραχή. Στις ΗΠΑ, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης εκτινάχθηκαν πάνω από τα 6,3 δολάρια ανά MMBtu, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022, με άνοδο άνω του 90% μέσα σε μία εβδομάδα, λόγω ακραίου ψύχους που επηρέασε τόσο την παραγωγή όσο και τη ζήτηση.
Οι πολικές θερμοκρασίες έθεσαν εκτός λειτουργίας περίπου το 10% της παραγωγής, με τη μέση ημερήσια παραγωγή να υποχωρεί αισθητά και τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται σε Τέξας και Λουιζιάνα. Παράλληλα, μειώθηκαν και οι ροές προς τα εργοστάσια εξαγωγής LNG, γεγονός που εντείνει τους φόβους για περαιτέρω άνοδο των τιμών, αν οι διακοπές παραταθούν.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το κόστος του LNG που φτάνει σε τρίτες αγορές, όπως η Ευρώπη, παραμένει άμεσα συνδεδεμένο με τις εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύοντας το αίσθημα ευαλωτότητας της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.