Για χρόνια, ο Ντόναλντ Τραμπ οικοδόμησε το πολιτικό του προφίλ καταγγέλλοντας τις «ατελείωτες πολεμικές περιπέτειες» των ΗΠΑ και στηλιτεύοντας τους «nation builders» που, όπως υποστήριζε, αποσταθεροποίησαν περισσότερες χώρες από όσες ανοικοδόμησαν.
Στη δεύτερη θητεία του, ωστόσο, η εικόνα εμφανίζεται διαφορετική. Με την επιχείρηση «Επική Οργή» στο Ιράν, τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα και τη διεύρυνση στρατιωτικών δράσεων σε Μέση Ανατολή, Αφρική και Λατινική Αμερική, ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει να υιοθετεί πιο επιθετική εξωτερική πολιτική, προκαλώντας συζητήσεις για μια βαθιά μεταστροφή.
Από το Ριάντ στην Τεχεράνη
Μόλις λίγους μήνες πριν, από το βήμα ομιλίας στο Ριάντ, ο Τραμπ διαβεβαίωνε ότι η εποχή της επιβολής αλλαγής καθεστώτων είχε παρέλθει και ότι η Ουάσιγκτον δεν θα επαναλάμβανε τα λάθη του Ιράκ και του Αφγανιστάν. Εννέα μήνες αργότερα, οι ΗΠΑ, σε συντονισμό με το Ισραήλ, εξαπέλυσαν τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση στην περιοχή εδώ και δύο δεκαετίες.
Η επιχείρηση στο Ιράν οδήγησε στη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και κορυφαίων στελεχών του καθεστώτος, με τον Τραμπ να καλεί ανοιχτά τους Ιρανούς να «αναλάβουν τη χώρα τους». Η αντίφαση είναι εμφανής: ο πρόεδρος που αναδείχθηκε ως επικριτής των μακροχρόνιων πολέμων ανοίγει πλέον ένα νέο, δυνητικά παρατεταμένο μέτωπο.
Το «νέο μοντέλο» ανατροπής
Καθοριστικό ρόλο στη στροφή φαίνεται να έπαιξε η επιχείρηση στη Βενεζουέλα. Η ταχεία σύλληψη του Μαδούρο παρουσιάστηκε από τον Λευκό Οίκο ως υπόδειγμα περιορισμένης και «χειρουργικής» παρέμβασης, χωρίς εκτεταμένη χερσαία εμπλοκή. Σύμφωνα με συνεργάτες του προέδρου, αυτό το μοντέλο —ανατροπή ηγέτη χωρίς πολυετή κατοχή— θεωρείται πλέον εφαρμόσιμο και σε άλλες περιπτώσεις.
Ωστόσο, το Ιράν απέχει πολύ από τη Βενεζουέλα. Με πληθυσμό άνω των 90 εκατομμυρίων και σύνθετη δομή εξουσίας, η απομάκρυνση της ηγεσίας δεν διασφαλίζει ομαλή μετάβαση. Αντιθέτως, ενδέχεται να ενισχύσει σκληροπυρηνικά στοιχεία, όπως τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Ποσοτική και ποιοτική μετατόπιση
Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, οι ΗΠΑ έχουν αναλάβει στρατιωτική δράση σε τουλάχιστον έξι χώρες: πλήγματα κατά στόχων του ISIS σε Συρία, Ιράκ και Νιγηρία, επιχειρήσεις στη Λατινική Αμερική και ενίσχυση της ναυτικής παρουσίας σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς. Σε σύγκριση με την πρώτη του θητεία, όταν απέφευγε ευρύτερες στρατιωτικές εμπλοκές, ο Τραμπ εμφανίζεται πλέον πιο πρόθυμος να αξιοποιήσει την αμερικανική ισχύ.
Η εξόντωση του στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί το 2020 θεωρείται από ορισμένους σημείο καμπής, καθώς η περιορισμένη αντίδραση της Τεχεράνης φέρεται να ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η αποφασιστική χρήση ισχύος αποφέρει αποτελέσματα.
Πολιτικό κόστος και ιστορική φιλοδοξία
Παρά την αυτοπεποίθηση της κυβέρνησης, δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης ανησυχεί για την έμφαση στην εξωτερική πολιτική εις βάρος της οικονομίας. Οι επικριτές επισημαίνουν ότι η ρητορική περί «προέδρου της ειρήνης» δοκιμάζεται από μια επιχείρηση που έχει ήδη επιφέρει ανθρώπινες απώλειες και περιφερειακή αποσταθεροποίηση.
Η αντιπαράθεση με το Ιράν έχει και προσωπική διάσταση για τον Τραμπ, ο οποίος συχνά αναφέρεται στην κρίση των ομήρων του 1979 επί Τζίμι Κάρτερ. Συνεργάτες του υποστηρίζουν ότι επιδιώκει να καταγραφεί ως ο ηγέτης που πέτυχε εκεί όπου άλλοι απέτυχαν — στην Τεχεράνη, στο Καράκας, ακόμη και στην Αβάνα.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον αφορά όχι μόνο την έκβαση της επιχείρησης «Επική Οργή», αλλά το ίδιο το δόγμα εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ο Τραμπ εξελέγη ως εκφραστής της αποστροφής προς τις μακροχρόνιες στρατιωτικές εμπλοκές. Σήμερα, απαλλαγμένος από την πίεση της επανεκλογής, φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει μεγαλύτερα ρίσκα στη διεθνή σκηνή.
Το αν αυτή η στρατηγική θα καταγραφεί ως αποφασιστική επίδειξη ισχύος ή ως απαρχή μιας νέας εποχής αμερικανικού παρεμβατισμού, μένει να αποδειχθεί.